Εσείς κάνατε LIKE στο Fan Page μας?

ΑΡΘΡΟ ΤΟΥ ΜΗΝΑ


ΑΠΟΚΩΔΙΚΟΠΟΙΩΝΤΑΣ ΤΑ ΜΗΝΥΜΑΤΑ ΠΟΥ ΣΤΕΛΝΕΙ ΤΟ ΣΩΜΑ Εκτύπωση E-mail

«Το σώμα μου κάνει ό,τι του κατέβει»

-M. Achard-

 

«Κάθε είδος καταπίεσης προκαλεί μια εμπόλεμη κατάσταση»

-Simone de Beauvoir-

 

«Δεν πάει άλλο!» φωνάζει η Μυριέλ που, πιεσμένη από τις πολλές ευθύνες παραπονιέται για έναν επίμονο πόνο στην πλάτη.

Πόνος στο συκώτι, ημικρανία, ίλιγγοι, έκζεμα, μια αίσθηση «κόμπου στον λαιμό» ή ναυτία πριν από μια συνέντευξη για δουλειά ή ένα σημαντικό ραντεβού, δυσλειτουργία του παχέος εντέρου […]: πολλοί είναι οι σωματικοί πόνοι που ταλαιπωρούν τους περισσότερους από εμάς. Μερικές φορές έχουμε την εντύπωση ότι το βάρος που σηκώνουμε είναι τέτοιο, που ο μόνος τρόπος για να το εκφράσουμε είναι να περπατάμε σκυφτοί! Το σώμα που υποφέρει, συχνά μεταφέρει ένα μήνυμα. Όταν καταπιέζουμε τον θυμό μας, το σώμα μας θα το εκδηλώσει, π.χ. με μία οσφυαλγία (λουμπάγκο)· ή όταν είμαστε αγχωμένοι, στρεσαρισμένοι και μας είναι αδύνατο να βάλουμε σε λόγια τον φόβο μας, αυτός θα εκφραστεί μέσω μιας αλλεργίας, εμετών, ταχυπαλμίας ή με οποιοδήποτε άλλο μήνυμα. Όταν τα συναισθήματα γίνονται πιεστικά, τότε χάνουμε τον αυτοέλεγχό μας και το σώμα μας αντιδρά σε σημείο να αρρωστήσει.

Ένα απλό τρακ που νιώθουμε μπορεί να έχει επίπτωση στο σώμα. Το δέρμα, αυτό το σωματικό περίβλημα, σημείο συνάντησης του «μέσα» και του «έξω», είναι ο κατ’ εξοχήν χώρος της συναισθηματικής έκφρασης. «Όταν αυτή δεν περνάει από το στόμα, θα πρέπει να περάσει από αλλού!» γράφει ο Γκρόντεκ – σύγχρονος του Φρόυντ – που θεωρείται πατέρας της ψυχοσωματικής ιατρικής και λεπτομερής καταγραφέας της γλώσσας του βιωμένου σώματος. Πεποίθησή του είναι ότι τα όργανά μας μιλάνε: ένας κοιλιακός πόνος είναι η σωματική εκδήλωση ενός αναπάντητου ερωτήματος. Ό,τι αποσιωπάται, καταστέλλεται, και θα εκφραστεί μέσα στο ίδιο το σώμα, το οποίο επιφορτίζεται να αντέξει όλες αυτές τις σιωπές. Κάποιες φορές, αυτό το σώμα μοιάζει με πραγματική φυλακή: επιβάλλει τέτοιο πόνο και αντανακλά με έντονο τρόπο τη βαθιά έλλειψη ικανοποίησης, η οποία δε γίνεται πάντοτε αντιληπτή από εμάς. Όταν η βασική του επιθυμία έχει «φιμωθεί», τότε το άτομο νοσεί. Κάθε ψυχική αστάθεια έχει αντίκτυπο στο ενδοκρινικό και νευροφυτικό σύστημα.

Στην Κίνα, το άτομο θεωρείται ότι αποτελεί μια λειτουργική μονάδα συνδεδεμένη με το σύμπαν. Η υγεία απορρέει από την ισορροπία ανάμεσα σε δύο πόλους: το Γινγκ και το Γιανγκ. Η ανατολική σκέψη (θιβετιανή, κινέζικη ή ινδική) προτείνει ένα δυναμικό και ενεργειακό μοντέλο του σώματος, και η ενεργειακή αποκατάσταση της ισορροπίας επιτυγχάνεται κυρίως με το να μάθουμε να αναπνέουμε σωστά. Ήδη, από πολύ μικρά, τα παιδιά στο σχολείο μαθαίνουν πώς να κινούνται με αρμονία.

[…] Η ασθένεια, όμως, θα πρέπει να είναι απαραίτητα το κόστος που θα πληρώσει κάποιος για να έχει το δικαίωμα να «πάρει μια ανάσα»;

Ο Καρλ Σιμοντόν μας εξηγεί ότι η ασθένεια εμπεριέχει πόνο και αγωνία, αλλά λύνει επίσης και πολλά προβλήματα στη ζωή των ανθρώπων. Δρα σαν ένα είδος «διευκολυντή», «αδειοδότη», δίνοντάς μας τη δυνατότητα να υιοθετήσουμε συμπεριφορές που ούτε θα διανοούμασταν υπό κανονικές συνθήκες. Η ασθένεια επιτρέπει την άρση της λογοκρισίας και αφήνει εκκρεμείς κάποιες συμπεριφορές. Το να νοσήσει κανείς γίνεται τότε ο μόνος αποδεκτός τρόπος να αποτινάξει από πάνω του το βάρος ορισμένων ευθυνών, και έτσι να φροντίσει χωρίς ενοχές τον εαυτό του.

Κάνοντας καλή χρήση του πόνου

«Το να υπερπηδάς συνεχώς εμπόδια προκαλεί πονοκεφάλους»

Η ασθένεια μπορεί να είναι μια καλή ευκαιρία για αναθεώρηση, ακόμα και για μια θετική αλλαγή. Για να ερευνήσουμε σε βάθος το σώμα μας, θα πρέπει να μάθουμε να ανοίγουμε τους διαύλους επικοινωνίας ανάμεσα σε αυτό και τη συνείδησή μας. Φροντίζοντας περισσότερο το σώμα μας, θα μάθουμε ν’ αναγνωρίζουμε τις ενδείξεις έντασης ή κόπωσης και να τις αντιμετωπίζουμε.

Αποκτώ συνείδηση του σώματός μου σημαίνει παίρνω συχνά το δικαίωμα μιας συνάντησης μ’ εμένα τον ίδιο, κάνοντας απλά ένα ευχάριστο διάλειμμα για να χαλαρώσω.

Όταν, στη διάρκεια μιας ψυχοθεραπείας, βοηθάμε κάποιον να αποκτήσει επαφή με το σώμα του, καταφέρνει σιγά σιγά να κατανοήσει γιατί σφίγγει την κοιλιά του και έτσι, μπλοκάροντας την αναπνοή του, πνίγεται και έχει ταχυπαλμία, γιατί σφίγγει τα δόντια του, με αποτέλεσμα μια «κλειδωμένη» γνάθο που προκαλεί χρόνια ένταση και πόνο. Κάποιοι φτιάχνουν μια πραγματική «πανοπλία» προκειμένου ν’ αποφύγουν να νιώσουν θυμό ή οποιοδήποτε άλλο συναίσθημα θα τους προκαλούσε ταραχή. Εξαιτίας αυτού του «περιβλήματος», δεν έχουν καμιά επαφή με το θυμικό τους. «Διατηρώ συνεχώς τον αυτοέλεγχό μου, για να μη νιώθω τίποτα. Φοβάμαι για το τι θα προκύψει αν αφεθώ», μας εξομολογείται η Κριστίν. Όσο περισσότερο άκαμπτο είναι το σώμα, τόσο λιγότερες αισθήσεις έχει, τόσο περισσότερο καταπιεσμένο είναι και τόσο περισσότερο θα θέλει να εκφραστεί.

Πώς να αποκωδικοποιήσουμε καλύτερα τα μηνύματα του σώματος

Ας δούμε ένα παράδειγμα προσεκτικής «ακρόασης» του σώματος:

Όποτε εκδηλώνεται ένας πόνος, απαραίτητο είναι να επιβάλλετε στον εαυτό σας ηρεμία. Χαλαρώστε όλους τους μυς σας και κάντε τις ακόλουθες ερωτήσεις: «Τι σημαίνει ο πόνος μου; Τι έχει να μου πει;».

Αφήστε τις απαντήσεις ν’ αναδυθούν. Δε θα γίνει αβίαστα κάτι τέτοιο. «Ακούστε» προσεκτικά τον εαυτό σας, σαν να προσπαθεί κάθε εκατοστό του σώματος και της σκέψης σας ν’ ακούσει κάτι. Με αυτόν τον τρόπο, κατανοώντας τι ακριβώς αισθάνεστε, θα εξελίξετε επίσης την επικοινωνία με το περιβάλλον σας. Για να το πετύχετε, όμως, αυτό, θα πρέπει πρώτα να αποκτήσετε βαθιά σχέση και αρμονία με τον εαυτό σας. […] Φροντίζοντας τον εαυτό μας, αποκτούμε καλύτερη σχέση με τους άλλους.

[…] Ας μάθουμε, π.χ., μέσω των 5 αισθήσεων ν’ ανακαλύπτουμε νέες πηγές ευχαρίστησης, όπως τη δημιουργικότητα, το φανταστικό κτλ. Έτσι, θα είμαστε πραγματικά συντονισμένοι με το σώμα μας, τα συναισθήματά μας, τη ζωή με όλη τη σημασία της.

Αν θέλουμε ν’ αποφύγουμε τον χείμαρρο των παρασιτικών σχέσεων που μας κατακλύζει, πρέπει να εξοικειωθούμε με την έννοια της εγρήγορσης σε σχέση με την εσωτερική μας κατάσταση, σε καθημερινή βάση, απλά παρατηρώντας προσεκτικά την αναπνοή μας, περνώντας χρόνο με τον εαυτό μας […], απολαμβάνοντας ένα νόστιμο φαγητό με πλήρη συνείδηση αυτού που γευόμαστε. Επικεντρώνομαι στον εαυτό μου αλλά και στον περιβάλλοντα χώρο: κοιτάζω γύρω μου, ακούω το τικ τακ του ρολογιού, επικοινωνώ με τη φύση […], είμαι παρών στη μουσική, στις δονήσεις της κτλ. Τόσες απλές τεχνικές, προσιτές σε όλους…

Michèle Freud (Ψυχοθεραπεύτρια)

Πηγή: www.michelefreud.com

Μετάφραση – Επιμέλεια: Κυριακή Κάσση (Εκπαιδευτικός – Μεταφράστρια)

 
Η βία θεραπεύεται; Εκτύπωση E-mail

Συνάντηση με τον Daniel Marcelli, ψυχίατρο παιδιών και εφήβων

Η βίαιη συμπεριφορά των παιδιών τυγχάνει μιας ολοένα αυξανόμενης παροχής ιατρικής περίθαλψης. Θα πρέπει όμως και να αποτελεί αντικείμενο μιας ψυχοπαιδαγωγικής προσέγγισης, μιας και τις περισσότερες φορές είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το οικογενειακό και περιβαλλοντικό πλαίσιο.

 

Ποιες θα λέγατε ότι είναι οι αιτίες της βίαιης συμπεριφοράς στα παιδιά;

 

Όταν μιλάμε για βίαιη συμπεριφορά στα παιδιά, μου έρχεται πάντα στο μυαλό αυτό το απόφθεγμα του Μπέρτολτ Μπρεχτ, Γερμανού δραματουργού του 20ού αι.: « Λένε ότι ένας ποταμός που παρασύρει τα πάντα στο πέρασμά του είναι βίαιος, δε λένε όμως ποτέ τίποτα για τις όχθες που τον περιβάλλουν!» Οι όχθες συμβολίζουν, κατ’ εμέ, το σύνολο του εκπαιδευτικού και κοινωνικοπολιτισμικού πλαισίου μέσα στο οποίο αναπτύσσεται το παιδί.

Στο 50% των περιπτώσεων, θα έλεγα ότι ένα παιδί είναι βίαιο κατ’ αναλογία με τη βία που το ίδιο έχει υποστεί ή στην οποία έχει εκτεθεί. Διακρίνω δύο κύριες αιτίες: είτε το παιδί έχει υπάρξει το ίδιο θύμα βίας, είτε έχει γίνει μάρτυρας βίαιων πράξεων, π.χ. ο πατέρας του χτυπούσε τη μητέρα του ή και οι δύο γονείς του έδερναν τον αδελφό ή την αδελφή του. Το να γίνεσαι μάρτυρας μιας σκηνής βίας αποτελεί από μόνο του βία. Ομοίως, όταν ένα παιδί κάνει μια κουταμάρα και ο πατέρας του σηκώνει χέρι πάνω του, υπάρχει ο κίνδυνος το παιδί με τη σειρά του να σηκώσει χέρι πάνω σε κάποιον άλλο, μια δεδομένη στιγμή που θα βρεθεί αντιμέτωπο με μια δυσάρεστη για κείνο κατάσταση. Το παιδί αβίαστα θα αναπαράγει στο εξής τις πράξεις του γονιού του, που αποτελεί για κείνο κοινωνικό πρότυπο.

 

Πιστεύετε, αντίθετα, ότι ένα περιβάλλον υπερβολικά ελαστικό θα μπορούσε εξίσου να προκαλέσει βίαιη συμπεριφορά στο παιδί;..

Όντως, πιστεύω ότι και ένα παιδί που δεν του έχουν τεθεί όρια μέσα σε όλη αυτή την παντοδυναμία που νιώθει, θα μπορούσε εξίσου να γίνει βίαιο. Στο στάδιο της κινητικής έξαρσης, στην ηλικία που αρχίζει να περπατάει, το παιδί κατακλύζεται από την επιθυμία να ανακαλύψει και να κατακτήσει τον περιβάλλοντα χώρο. Θεωρεί ότι τα πάντα του ανήκουν, ότι όλα του οφείλονται, και έτσι εκδηλώνει ένα είδος βίας και ναρκισσισμού· είναι σαν να λέει: «Φύγε από δω που είμαι εγώ!» Στο μικρό παιδί αρέσει να εξερευνά, να αποσυναρμολογεί, να καταστρέφει, να σπάει. Παίρνει τα πράγματα των άλλων, βάζει τα χέρια μέσα στα μάτια τους, στα αυτιά τους, χωρίς να νοιάζεται για το τι νιώθουν οι άλλοι. Δεν πρόκειται βέβαια για καθαυτή βία, αλλά περισσότερο για εξερεύνηση.

Το ίδιο ισχύει και για το παιδί που διανύει το στοματικό στάδιο, κατά το οποίο βάζει τα πάντα στο στόμα του: τα παιχνίδια, τα χέρια, το πρόσωπο των άλλων. Πρόκειται για καθοριστική στιγμή της διαδικασίας της γνώσης που αποκτά για τον κόσμο. Αν ο ενήλικας εκφράσει με αποφασιστικότητα, ηρεμία και συνέπεια τη δυσαρέσκειά του, σαν να του λέει «όχι, δεν δαγκώνουμε τους άλλους», το παιδί των 8, 10, 12 μηνών θα κατανοήσει στο τέλος ότι απαγορεύεται να δαγκώνουμε. Αν, αντίθετα, ο ενήλικας βάλει τα γέλια με αυτή του τη συμπεριφορά, υπάρχει κίνδυνος το παιδί να μην κατανοήσει την απαγόρευση και να συνεχίσει να κάνει τα ίδια. Πάντως, όπως και να ‘χει, βάσει του κανόνα «οφθαλμόν αντί οφθαλμού», αντενδείκνυται να δαγκώνουμε ένα παιδί που δαγκώνει, γιατί, έτσι, το παιδί θα μάθει να ανταπαντά με βία σε μια βίαιη συμπεριφορά.

Ορισμένα παιδιά είναι ιδιαιτέρως οξύθυμα, μη ανεκτικά στις απογοητεύσεις και επιθετικά, σε βαθμό που να γίνονται επικίνδυνα και για τον ίδιο τους τον εαυτό αλλά και για τους άλλους. Σήμερα μιλάμε για «εναντιωματική προκλητική διαταραχή». Αυτό οφείλεται σε παιδαγωγικούς ή ψυχολογικούς παράγοντες;

Η εναντιωματική προκλητική διαταραχή κάνει την εμφάνισή της όταν, κατά τη διάρκεια της πρώτης παιδικής ηλικίας, το παιδί αρχίζει να περπατάει και να προβάλλει αντίσταση. Από τη στιγμή που είναι σε θέση να μετακινείται μόνο του, δεν πηγαίνει πλέον το αντικείμενο προς το παιδί, αλλά το παιδί προς το αντικείμενο. Τότε είναι που οι γονείς αρχίζουν να του λένε «όχι», ενώ το παιδί έρχεται αντιμέτωπο με όρια. Αν ο ενήλικας φροντίσει ώστε το αντικείμενο να ανταποκρίνεται στις δεξιότητες του παιδιού (αν το τοποθετήσει, π.χ., μέσα στο ντουλάπι), το παιδί θα βρεθεί αντιμέτωπο με όλο και λιγότερα όρια και θα συνεχίσει να έχει την αίσθηση της παντοδυναμίας. Έλα όμως που όταν μεγαλώσει, υπάρχει κίνδυνος να μην μπορεί να ανεχτεί τα όρια που θα του τεθούν. Το παιδί θα τα βιώσει σαν μια μορφή ακρωτηριασμού. Και, έτσι, θα αρχίσει να γίνεται αντιδραστικό και να έχει κρίσεις θυμού. Κατά τη γνώμη μου, αυτό συμβαίνει ακριβώς επειδή δεν είχε τεθεί από πριν ένα όριο ή επειδή τέθηκε με διφορούμενο τρόπο.

 

Παρατηρούνται ολοένα και περισσότερες βίαιες συμπεριφορές στα παιδιά;

Και ναι και όχι. Παρατηρούνται εκδηλώσεις βίας εδώ και πολύ καιρό στα παιδιά, παρά το ότι δεν ήταν ποτέ τόσο εκτεταμένες όσο είναι σήμερα. Πρόκειται για επιδημία; Σε δύο μόλις γενιές, μπορεί να έχει μεταβληθεί σε τέτοιο βαθμό ο εγκέφαλος των παιδιών; Δεν το νομίζω. Είμαι περισσότερο της άποψης ότι η βίαιη συμπεριφορά των παιδιών υπήρχε ανέκαθεν, αλλά σήμερα γίνεται πολύ λιγότερο ανεκτή. Η κοινωνία μας θεωρείται πιο κανονιστική και ενθαρρύνει, γι’ αυτόν το λόγο, τον αυτοέλεγχο. Έτσι, αυτό που παλαιότερα θεωρείτο φυσιολογικό, σήμερα μπορεί να θεωρηθεί βίαιο. Ας πάρουμε για παράδειγμα, σε μια σχολική αυλή, ένα παιδί που πετάει ένα πετραδάκι σε ένα άλλο. Σήμερα, θα χαρακτηρίζαμε βίαιη μια τέτοια συμπεριφορά, ενώ, κάποια χρόνια πριν, ενδεχομένως μια τέτοια πράξη να ήταν κάτι σύνηθες! Αντίστροφα, θεωρώ ότι είμαστε περισσότερο ανεκτικοί απ’ ό,τι παλαιότερα με τα παιδιά κάτω των 3 ετών.

Η παρουσία βίας στις ταινίες, στα βιντεοπαιχνίδια και σε άλλα μέσα ενημέρωσης έχει, κατά την άποψή σας, μερίδιο ευθύνης;

Φυσικά και η βία που προβάλλεται από τα μέσα ενημέρωσης εντείνει και τροφοδοτεί τη βία των παιδιών, τόσο ποσοτικά –αν λάβουμε υπόψη τις ώρες που περνάνε τα παιδιά βλέποντας ταινίες βίας– όσο και ποιοτικά, εφόσον το παιδί μένει μόνο του μπροστά από μία οθόνη, χωρίς την παρουσία ενός ενήλικα. Σε αυτή την περίπτωση, το παιδί κινδυνεύει να αναπτύξει ένα είδος κορεσμού, καθώς και μία σύγχυση μεταξύ του πραγματικού και του εικονικού κόσμου. Παράλληλα, ας έχουμε κατά νου ότι σκηνές βίας και καταστροφής υπάρχουν στη λογοτεχνία από πολύ παλιά! Το να βιώνει ο θεατής αυτές τις πράξεις μέσω της τέχνης, του σινεμά ή της λογοτεχνίας, του επιτρέπει να ικανοποιεί τις καταστροφικές παρορμήσεις του και, έτσι, να μη γίνεται ο ίδιος καταστροφικός.

 

Τι είδους θεραπεία θα προτείνατε; Φαρμακευτική αγωγή, ψυχοπαιδαγωγική στήριξη ή μία τιμωρητική τακτική;

Αν θα έπρεπε να αποδοθεί στην ιατρική αυτή τη βία, το 120% των ανθρώπων θα έπρεπε να συμβουλευτούν έναν γιατρό! Φανταστείτε το έλλειμμα που θα δημιουργούσε κάτι τέτοιο στην Κοινωνική Ασφάλιση. Πραγματικά, οι καταστροφικές - για το ίδιο και για τους άλλους - τάσεις ενός ατόμου αποτελεί σύμπτωμα μη κοινωνικής προσαρμογής. Η αντιμετώπιση θα πρέπει να είναι κατά προτεραιότητα σχεσιακή, παιδαγωγική και πιθανόν δικαστική. Φαρμακευτική αγωγή θα πρέπει να χορηγείται κατ’ εξαίρεση και σε συνδυασμό με άλλες προσεγγίσεις. Η ψυχοπαιδαγωγική στήριξη του παιδιού αποδεικνύεται η πιο εύστοχη, πολύ περισσότερο από τις αρνητικές και καταναγκαστικές τιμωρίες, οι οποίες τελικά έχουν την τάση να εντείνουν την εκδήλωση βίαιης συμπεριφοράς. Οι ειδικοί θα πρέπει να πλαισιώνουν τους γονείς ως προς οτιδήποτε τους προβληματίζει, καθώς και ως προς την εκπαίδευση του παιδιού τους […].

_______________________________________________________

_____________________________________________

________________________________

 

Η ενσυναίσθηση: αντίδοτο κατά της βίας;

Πολλοί ερευνητές στον τομέα των νευροεπιστημών έχουν ασχοληθεί με αυτή την προβληματική της βίας στα παιδιά. Ο Allan Schore (γιατρός και ερευνητής στο τμήμα ψυχιατρικής και βιοσυμπεριφορικών επιστημών της Ιατρικής Σχολής του Λος Άντζελες) και η ομάδα του έχουν καταδείξει ότι όσο περισσότερο το παιδί μεγαλώνει σε ένα παιδαγωγικό πλαίσιο που το περιβάλλει με θαλπωρή, του παρέχει στήριξη και το οποίο διέπεται από ενσυναίσθηση, τόσο περισσότερο ωριμάζει και το μέρος του εγκεφάλου του που του επιτρέπει να έχει και το ίδιο ενσυναίσθηση και να ρυθμίζει τα συναισθήματά του. Αντίστροφα, όσο περισσότερο το περιβάλλον είναι τιμωρητικό απέναντι στο παιδί, τόσο λιγότερο ωριμάζει το μέρος του εγκεφάλου που αναφέραμε προηγουμένως. Αυτό το συμπέρασμα συμμερίζεται και η Nancy Eisenberg (ερευνήτρια και καθηγήτρια του τμήματος αναπτυξιακής ψυχολογίας του Παν/μίου της Αριζόνα), η οποία έχει αφιερώσει την καριέρα της στο ζήτημα και τα οφέλη της ενσυναίσθησης σε σχέση με τη συναισθηματική ανάπτυξη του παιδιού. Έχει παρατηρήσει ότι όσο περισσότερο επιθετικό και βίαιο είναι το παιδαγωγικό πλαίσιο, τόσο μεγαλύτερος κίνδυνος υπάρχει και το ίδιο το παιδί να αναπτύξει επιθετική και βίαιη συμπεριφορά.

Héloïse Junier

Ψυχολόγος και δημοσιογράφος

_______________________________________________________

_____________________________________________

________________________________

 

Πηγή: Περιοδικό Sciences Humaines (Τεύχος 291-Απρίλιος 2017)

Μετάφραση – Επιμέλεια: Κυριακή Κάσση (Εκπαιδευτικός – Μεταφράστρια)

 

 
ΟΤΑΝ ΟΙ ΓΙΑΓΙΑΔΕΣ ΠΑΙΡΝΟΥΝ ΤΗ ΘΕΣΗ ΤΩΝ ΜΑΜΑΔΩΝ… Εκτύπωση E-mail

Υπάρχουν κάποια όρια που δεν πρέπει να ξεπερνιούνται. Το δηλώνω κατηγορηματικά: μέσα σε μία οικογένεια κάθε μέλος πρέπει να έχει τον ρόλο του.

Υπάρχουν κάποιες μαμάδες που παρεμβαίνουν υπερβολικά στον τρόπο με τον οποίο μεγαλώνουν οι κόρες τους τα παιδιά τους. Αυτό ουδεμία σχέση έχει με τις συμβουλές διαπαιδαγώγησης που δίνει μια μάνα στην κόρη της, έτσι ώστε να τη βοηθήσει να αναλάβει η ίδια τον ρόλο της μητέρας. Κάτι τέτοιο δεν είναι μόνο φυσιολογικό αλλά και απολύτως απαραίτητο.

Εγώ όμως μιλώ για τις μητέρες εκείνες που ξεχνούν ότι οι κόρες τους έχουν γίνει με τη σειρά τους μαμάδες και ότι θα πρέπει πλέον και εκείνες να αποκτήσουν τις δικές τους εμπειρίες πάνω στο θέμα.

Μια νέα μαμά, άλλωστε, πρέπει να κάνει και λάθη. Και κυρίως αυτή η μαμά έχει το δικαίωμα (ακόμα και την υποχρέωση) να κάνει αυτό που «νιώθει» ότι είναι το πιο σωστό για το παιδί της: εν ολίγοις, να πράξει διαφορετικά απ’ ό,τι η δική της μητέρα.

Σε γενικές γραμμές, το ότι η γιαγιά είναι γιαγιά δε σημαίνει ότι έχει δίκιο σε όλα και ότι θα πρέπει να επιδεικνύει σε όλους τη «μητρική της επιστημοσύνη»…

Οι γνώσεις της γιαγιάκας μπορεί να είναι πολύ χρήσιμες. Οι καλές της συμβουλές έχουν ακόμη αξία στις μέρες μας. Ορισμένες τουλάχιστον, μιας και η ζωή, η κοινωνία και τα ήθη της εξελίσσονται…

[…] Έτσι, όλες οι πεποιθήσεις των γιαγιάδων δεν είναι απαραίτητα προσαρμοσμένες στο σήμερα. Και αυτό θα πρέπει να τους γίνει κατανοητό. Με ήρεμο τρόπο πάντως. Ας μη δημιουργούμε ενδοοικογενειακές διχόνοιες από το τίποτα. Αν το θέμα αφορά μαμά και κόρη, ή πεθερά και νύφη, τότε ας λυθεί ήρεμα μεταξύ τους, χωρίς αντιπαλότητα. Ας υπενθυμίσουμε στην έμπειρη γυναίκα ότι δεν απορρίπτουμε την άποψή της, ότι μάλιστα την ακούμε με προσοχή, αλλά ότι επιλέγουμε να εφαρμόσουμε αυτό που εμείς θεωρούμε σωστό. Γιατί, ούτως ή άλλως, υπάρχουν χίλιες δυο εναλλακτικές σε σχέση με τη φροντίδα ενός παιδιού. Άλλωστε, αν ο σύζυγός σας σας επέλεξε, ε τότε δε θα είσαστε και τόσο κακή τελικά…

[…] Ο σύζυγος, απ’ τη μεριά του, θα έχει κάθε λόγο να υποστηρίξει τη γυναίκα του. Αν χρειαστεί να παρέμβει (και σ’ αυτή την περίπτωση τα πράγματα είναι δυσοίωνα…), τότε πρέπει να υπερασπιστεί τη γυναίκα με την οποία συμβιώνει, με την οποία περνάει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του. Θα πρέπει να υπερασπιστεί τη γυναίκα που μεγαλώνει τα παιδιά του. Και αυτό θα πρέπει να γίνει χωρίς επιθετικότητα απέναντι στη μητέρα ή την πεθερά του. Ας μην ξεχνάμε ότι ο λόγος που ορισμένες γιαγιάδες επικρίνουν τις νύφες τους είναι επειδή δεν έχουν κόψει τον ομφάλιο λώρο (και μάλιστα ποτέ εξ ολοκλήρου) με τον γιο τους (και έτσι το οιδιπόδειο αναδύεται ξανά).

Η μητέρα που επικρίνει την κόρη της για τον τρόπο που μεγαλώνει το παιδί της, συχνά ανήκει σ’ εκείνη την κατηγορία γιαγιάδων που τους είναι δύσκολο να δώσουν τη σκυτάλη, να παραδώσουν τα ηνία. Η μητρότητα και η ανατροφή των παιδιών υπήρξαν για χρόνια οι ρόλοι τους, και ξαφνικά παύουν να είναι το κέντρο της προσοχής σε αυτόν τον τομέα. Η κόρη ωριμάζει. Η μαμά γερνάει. Έτσι, σε αυτές τις περιπτώσεις, υπερέχει ο φόβος ότι είναι άχρηστες, ότι παραγκωνίζονται. Ο φόβος επίσης, κάποιες φορές, ότι η κόρη θα πετύχει με έναν διαφορετικό από τον δικό τους τρόπο, αποτελεί πλήγμα για τον εγωισμό τους. Αυτό μπορεί να το εκλάβουν ως απόρριψη, ή ακόμα και ως μια ένδειξη επιφυλακτικότητας εκ μέρους της κόρης τους. Παρ’ όλα αυτά, κάτι τέτοιο δεν είναι απαραίτητο να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα…

Όπως και να ’χει, ο καλύτερος τρόπος διευθέτησης παραμένει η επικοινωνία με ήρεμη διάθεση: το να βάζω πάντα τον εαυτό μου στη θέση του άλλου. Κάτι τέτοιο είναι απαραίτητο στις οικογενειακές σχέσεις. Αυτό βοηθάει στο να διατηρεί ο καθένας τον ρόλο του, να οριοθετεί την «επικράτειά» του,– πράγμα όχι εύκολο όταν κατοικεί με τον άλλο στην ίδια «επικράτεια»... Δεν είναι άρα εύκολο ο καθένας να πάρει τις αποστάσεις του.

Μερικές φορές η γεωγραφική απόσταση (ακόμα και λίγων χιλιομέτρων) είναι μια καλή λύση, ώστε να υπάρξει συνεννόηση. Θα πρέπει, ωστόσο, να αποτελεί την έσχατη λύση, όταν όλες οι άλλες (εναλλακτικές που βασίζονται στην καλή επικοινωνία) έχουν αποτύχει. Όταν η ατμόσφαιρα που έχει δημιουργηθεί καταστρέφει πλέον τη ζωή σας: τη δική σας, της συζυγικής/συντροφικής σας σχέσης, της οικογένειάς σας.

David Goulois

Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπευτής

______________________________________________________

Πηγή: http://www.psychologue-sexologue-974iledelareunion.com

Μετάφραση – Επιμέλεια: Κυριακή Κάσση (Εκπαιδευτικός – Μεταφράστρια)

 
« Δεν αντέχω να μένω μόνος»: Φόβος της μοναξιάς - Φοβία της εγκατάλειψης Εκτύπωση E-mail

 1f


Για κάποιους, η μοναξιά είναι συνώνυμο της ηρεμίας και της ωριμότητας. Για άλλους, της θλίψης και της εγκατάλειψης… Πώς εξηγείται αυτή η διάσταση ως προς την ικανότητά μας να αντιμετωπίσουμε τη μοναξιά;


Γιατί;

Η ικανότητα του να μπορώ να μένω μόνος «χτίζεται» στη διάρκεια της παιδικής ηλικίας. Όπως αναφέρει ο ψυχίατρος Daniel Bailly, το άγχος αποχωρισμού που συνδέεται με την απουσία της μητέρας αποτελεί φυσιολογικό δεδομένο στην αναπτυξιακή πορεία του παιδιού. Φτάνει στο αποκορύφωμά του όταν το παιδί είναι μεταξύ 8 και 11 μηνών, και στη συνέχεια αμβλύνεται. Υπό κανονικές συνθήκες, μέχρι τους 18 μήνες το παιδί αντιλαμβάνεται ότι η μητέρα του, ακόμα κι αν δεν τη βλέπει, συνεχίζει να υφίσταται και ότι θα επιστρέψει σύντομα κοντά του. Αναμένοντας την επάνοδό της, το παιδί παρηγορείται με τη σκέψη της. Υπό την προϋπόθεση, βεβαίως, ότι έχει αναπτύξει με την «επαρκή» μαμά του μια σχέση στέρεη, που του προσφέρει ασφάλεια.

2f

Σύμφωνα με τους ψυχαναλυτές, εκείνοι που βιώνουν άσχημα τη μοναξιά τους συχνά έχουν υποστεί συναισθηματική στέρηση σε ένα πρώιμο στάδιο της ανάπτυξής τους: είτε μέσω ενός πραγματικού αποχωρισμού από τη μητέρα, ο οποίος βιώθηκε ως τραύμα (π.χ. επαγγελματικό ταξίδι, νοσηλεία), είτε επειδή η μητέρα είχε μεν φυσική παρουσία, ήταν δε απούσα συναισθηματικά, απορροφημένη εξ ολοκλήρου από τις καταθλιπτικές ή αγχογόνες σκέψεις της. Σε αυτή την περίπτωση, το να ξαναβρεθεί κάποιος μόνος του προκαλεί την αναβίωση του πόνου αυτής της αρχικής απουσίας της μητέρας. Οι ενήλικες αυτοί έχουν ανάγκη οι άλλοι να τους υπενθυμίζουν με τη φυσική τους παρουσία την αγάπη τους. Μόνο τότε την πιστεύουν. Όταν έχουν μελαγχολική διάθεση, δεν είναι σε θέση να ανακαλέσουν εσωτερικευμένες εικόνες της καλής προαίρεσης των γονιών τους ή των φίλων τους. Και αυτό γιατί δεν έχουν εσωτερικεύσει το καθησυχαστικό εκείνο γεγονός που τους κάνει να πιστεύουν ότι μπορούν να συνεχίσουν να υπολογίζουν στους άλλους, ακόμα και αν αυτοί βρίσκονται χιλιόμετρα μακριά.

3f.jpg

Μια δύσκολη σχέση με τη μοναξιά μπορεί να συνδέεται επίσης και με μια φοβία. «Τότε πια εμπίπτει στην κατηγορία μιας λιγότερο δυσλειτουργικής νεύρωσης», υπογραμμίζει ο ψυχίατρος Patrice Huerre. Η δυσκολία να μείνω μόνος μου είναι προφανώς το αποτέλεσμα ενός άλλου φόβου, που όμως δεν αναγνωρίζεται ως τέτοιος: ο φόβος της σιωπής, του σκοταδιού, και κυρίως ο φόβος του ίδιου μας του εαυτού, ο φόβος να βρεθούμε αντιμέτωποι με τον εσωτερικό μας κόσμο! Ο άλλος γίνεται ένα «αντιφοβικό» αντικείμενο, που μας καθησυχάζει και μας επιτρέπει να παλέψουμε το άγχος μας. Είναι κάτι σαν «αγχολυτικό» τελικά! Με τον άλλο παρόντα, αποφεύγουμε να σκεφτούμε τους φόβους μας, τις επιθυμίες μας, τις φαντασιώσεις μας κτλ. Μπορεί επίσης να συνδέεται και με αντικειμενικούς φόβους, με ένα πραγματικό τραύμα, ακόμα και μικρότερης σημασίας (π.χ. το να μας έχει ακολουθήσει ένας άγνωστος σε ένα πάρκινγκ, να μας έχουν παρενοχλήσει μέσω τηλεφώνου ή στο μετρό κτλ.). Κάποιος που έχει πέσει θύμα επίθεσης θα φοβάται μήπως κάτι τέτοιο ξανασυμβεί και δε θα μπορεί να μείνει μόνος του.

4f.jpg

Κλείνοντας, θα λέγαμε ότι καθένας διαχειρίζεται περισσότερο ή λιγότερο καλά τη μοναξιά του, και σε όλους τυχαίνει να αποφεύγουμε το τετ-α-τετ με τον ίδιο μας τον εαυτό μέσα στη ζάλη της πολυκοσμίας…

Το σημαντικό είναι να μπορούμε να εναλλάσσουμε στιγμές μοναξιάς και στιγμές εξάρτησης από τους άλλους: αυτό αποτελεί σημάδι συναισθηματικής ωριμότητας.

 

Τι μπορούμε να κάνουμε;


Από τον Frédéric Fanget, συμπεριφοριστικό ψυχοθεραπευτή


Βυθιστείτε στη δυσφορία σας

5f.jpg

Συνηθίστε να σας «παρατηρείτε»: αναλύστε αυτό που σας συμβαίνει, αξιολογείστε τα συναισθήματά σας και γράψτε σε ένα χαρτί όλες τις αρνητικές σκέψεις που σας κυριεύουν. Το καλύτερο θα ήταν να ψάξετε στο παρελθόν σας τις καταστάσεις μοναξιάς που βιώσατε και που σας προκάλεσαν θλίψη και άγχος. Θα πρέπει δηλ. να εντοπίσετε το συναισθηματικό αποτύπωμα, το παρελθοντικό γνωστικό «μοτίβο» που επαναλαμβάνεται στο παρόν.


Αποκτήστε σταδιακά τη συνήθεια να μένετε μόνοι

6f.jpg

Πιέστε τον εαυτό σας και μείνετε μόνοι στο σπίτι κάνοντας κάτι που σας ευχαριστεί: ακούστε, π.χ., το αγαπημένο σας τζαζ κομμάτι, μιλήστε στο τηλέφωνο, τραγουδήστε, ζωγραφίστε… Η μοναξιά θα συνδεθεί έτσι με ένα θετικό συναίσθημα. Στην αρχή, μερικά λεπτά αρκούν. Πρέπει να αποκτήσετε αυτή τη συνήθεια σιγά σιγά, αλλιώς υπάρχει κίνδυνος η φοβία να ενταθεί. Το να καταφέρετε να την αντιμετωπίσετε για πολλές ώρες, χωρίς να σας κατακλύσει το άγχος, θα σας γεμίσει αυτοπεποίθηση και αισιοδοξία. Στη συνέχεια, δε θα έχετε παρά να τεστάρετε τον εαυτό σας και σε άλλες «ευαίσθητες» καταστάσεις, όπως π.χ. το να πάτε σινεμά ή διακοπές μόνοι.


Ζευγάρι: εγώ, και χωρίς και μαζί με σένα


7f.jpg

Σύμφωνα με τον Serge Hefez, θεραπευτή ζεύγους, σ’ ένα ζευγάρι, ενδόμυχα ο ένας επιλέγει τον άλλο με βάση την ικανότητά του για αυτονομία και συγχώνευση. Στην ψυχοθεραπεία, δουλεύουμε καταρχήν πάνω στην αρθρωμένη «επίσημη εκδοχή» του ζευγαριού. Ο ένας εκφράζει ένα παράπονο: «Δεν ασχολείται μαζί μου, είμαι πάντα μόνη». Ο άλλος το βάζει στα πόδια: «Με πνίγει, χρειάζομαι αέρα». Όταν περνάμε στις ασυνείδητες διαδικασίες, γίνεται σαφές ότι τόσο ο ένας όσο και ο άλλος είναι συναισθηματικά εξαρτημένοι. Το ενδιαφέρον εστιάζεται στο να πετύχουμε μια αλλαγή στο σχετίζεσθαι, να βρούμε την κατάλληλη απόσταση, μία σχέση δηλ. που να μην είναι ούτε υπερβολικά συμβιωτική ούτε υπερβολικά ελεύθερη. Τότε, η αυτονόμηση του άλλου δε βιώνεται πια σαν εγκατάλειψη αλλά σαν ένας ποιοτικότερος δεσμός.

___________________________________________________


Μαρτυρίες

8f.jpg

Ελοντί, 40 ετών, ανεπάγγελτη: «Πάντα έχω κάποιον δίπλα μου»

«Είμαι η πέμπτη σε μια οικογένεια με έξι κόρες. Στο σπίτι, μοιραζόμουν το δωμάτιο με δύο από τις αδελφές μου, και έτσι δεν υπήρχε ιδιωτικότητα. Στο μπάνιο, όσο η μία μακιγιαριζόταν, η άλλη έκανε ντους και η τρίτη έκανε πιπί! Από το σπίτι των γονιών μου πέρασα κατευθείαν στη συμβίωση με τον σύντροφό μου. Έχω 4 παιδιά και κάνω τη μπέιμπι σίτερ σε δύο ακόμα για να βγάλω το ψωμί μου. Πάντα έχω κάποιον δίπλα μου. Τις σπάνιες φορές που είμαι μόνη μου, φοβάμαι ότι θα πάθω κάτι και δε θα υπάρχει κανείς γύρω να με βοηθήσει. Ο παραμικρός θόρυβος με κάνει να πετάγομαι απ’ τη θέση μου. Μου προκαλεί τέτοιο άγχος που παίρνω τηλέφωνο είτε τη μητέρα μου είτε μια γειτόνισσα είτε μια φίλη.»

Βιρζινί, 26 ετών, έμπορος: «Αν δεν έχω κανονίσει τίποτα για το βράδυ, με πιάνει τρομερό άγχος»

«Κάθε βράδυ φροντίζω να έχω στο πρόγραμμα μια έξοδο είτε για φαγητό είτε σινεμά με φίλους. Αν δεν έχω κανονίσει τίποτα, με πιάνει τρομερό άγχος. Μένω στο γραφείο μέχρι να φύγουν όλοι, ακόμα κι αν δεν έχω τίποτα να κάνω. Δεν αντέχω να γυρίσω σε ένα άδειο σπίτι. Πρώτο ανατανακλαστικό: ανοίγω την τηλεόραση. Δεν παρακολουθώ, αλλά αισθάνομαι μια παρουσία και αποκοιμιέμαι μαζί της. Νιώθω έναν κόμπο στο στομάχι, δεν πάει τίποτα κάτω, περιφέρομαι από το υπνοδωμάτιο στο σαλόνι σαν την άδικη κατάρα.»


Φρανσουά, 32 ετών, φαρμακοποιός: «Δε μ’ αρέσει καθόλου να βγαίνει η Μαρία χωρίς εμένα, ούτε και για μία ώρα»

«Από τότε που συνάντησα τη Μαρία, είμαστε αχώριστοι. Έχω ανάγκη να της κρατάω το χέρι, να την κοιτάζω, να ακούω τον ήχο της φωνής της. Είναι χαζό, αλλά δε μ’ αρέσει καθόλου να βγαίνει χωρίς εμένα, ούτε και για μία ώρα. Νιώθω σαν να με εγκαταλείπει. Δεν κάνω τίποτα, περιμένω μόνο να γυρίσει. Ευτυχώς έχω τον σκύλο μου! Εδώ που τα λέμε, όταν μένω μόνος, έχω την αίσθηση ότι είμαι ανίκανος για το οτιδήποτε, ότι δε με αγαπάνε, ότι είμαι άχρηστος, ότι δεν υπάρχω καν!»

9f.jpg

Catherine Marchi
Κλινική ψυχολόγος

-------------------------------------------------------------------------------------------------------
Πηγή: www.psychologies.com
Μετάφραση – Επιμέλεια: Κυριακή Κάσση (Εκπαιδευτικός – Μεταφράστρια)

 

 
Πώς ν’ αγαπήσω τον άλλο αν δεν αγαπάω τον εαυτό μου; Εκτύπωση E-mail

jan1.jpg

 

Ανάγκη για αγάπη με κάθε κόστος, αφοσίωση ή υποτίμηση… Η έλλειψη αγάπης για τον εαυτό μας δηλητηριάζει τη σχέση με τον σύντροφό μας, εξηγεί ο Jacques Salomé, ψυχοκοινωνιολόγος.

Αγάπη για τον εαυτό μας και ερωτική σχέση

Psychologies : Πώς εκδηλώνεται αυτή η έλλειψη αγάπης για τον εαυτό μας στις σχέσεις μας με τους άλλους και στις ερωτικές μας σχέσεις;

 

jan2.jpg

Jacques Salomé : Η έλλειψη αγάπης για τον εαυτό μας -δηλ. μιας αγάπης που περιέχει καλή προαίρεση και σεβασμό- έχει άμεσο αντίκτυπο στις σχέσεις μας με τους άλλους. Εκδηλώνεται μέσω μιας έλλειψης εμπιστοσύνης, μέσω αμφιβολιών και καχυποψίας, που θα προκαλέσουν ή θα συντηρήσουν είτε σχέσεις κτητικότητας είτε σχέσεις τύπου «διωκόμενος-διώκτης». Αν δε με αγαπάω, δε θα μπορέσω να αγαπήσω τον άλλο, αφού θα έχω μια μόνιμη ανάγκη και απαίτηση να αγαπιέμαι.

Αυτή η έλλειψη αγάπης για τον εαυτό μου με κάνει είτε να έχω πάντα ένα «αίτημα-απαίτηση», είτε να εκφράζω μια απόρριψη, «επειδή ο άλλος δεν είναι ποτέ αρκετός». Και στις δύο περιπτώσεις, έχω μεγάλη δυσκολία να δώσω. Όταν δεν αγαπάω τον εαυτό μου, πιστεύω ότι δεν έχω τίποτα πολύτιμο ή αξιόλογο να προσφέρω, και όταν δίνω κάτι, έχω την αίσθηση ότι μένω απογυμνωμένος, ότι -λόγω μιας ασυνείδητης εξίσωσης που συντελείται- έχει αφαιρεθεί κάτι από τον εαυτό μου.

Έλλειψη αγάπης για τον εαυτό μου = ερωτική αποτυχία;

jan3.jpg

Psychologies : Οι σχέσεις που έχουν ως υπόβαθρο την έλλειψη αγάπης για τον εαυτό μας είναι καταδικασμένες να αποτύχουν;

J. S. : Είναι κάτι που επιβεβαιώνεται συνεχώς. Σε αυτά τα μη ισορροπημένα ζευγάρια, αυτός που δεν αγαπάει τον εαυτό του καταλήγει πάντα να φθείρει και στη συνέχεια να καταστρέφει την εμπιστοσύνη που του δείχνει ο άλλος. Ο σύντροφος που παρέχει αγάπη θα αρχίσει, με τη σειρά του, να έχει αμφιβολίες, και τελικά θα κουραστεί να αποδεικνύει την αγάπη του χωρίς να προκαλεί καμία αμοιβαιότητα από την πλευρά του συντρόφου του. Αυτού του τύπου η σχέση είναι ένα τρελό παιχνίδι κατόπτρων, το οποίο βασίζεται σε μία «επικίνδυνη αποστολή», δηλ. το να προσπαθείς με πάθος να δώσεις στον άλλο κάτι που μόνο εκείνος μπορεί να παρέχει στον εαυτό του: αγάπη για τον εαυτό του.

Η έλλειψη αγάπης για τον εαυτό μας εκδηλώνεται κυρίως με την αναζήτηση συντρόφων που θα προσπαθήσουμε να τους κάνουμε να μας αγαπήσουν πάση θυσία. Αυτές οι επιλογές, οι οποίες τις περισσότερες φορές είναι ασυνείδητες, βασίζονται σε ένα είδος «σχεσιακής εξαπάτησης»: όλα συμβαίνουν σαν να λέει ο ένας στον άλλο: «Σε έχω τόσο πολύ ανάγκη, και όσο ανταποκρίνεσαι στην ανάγκη μου αυτή, είμαι δεμένος μαζί σου». Ο άλλος θα μπορούσε να απαντήσει: «Αισθάνομαι βαθιά μέσα μου ότι δε με αγαπάς, αλλά πιστεύω ότι χάρη στην αγάπη μου, θα με αγαπήσεις όπως και να ’χει μια μέρα». Θα πρέπει επίσης να προσθέσουμε ότι, στο πλαίσιο της ερωτικής σχέσης, η έλλειψη αγάπης για τον εαυτό μας προκαλεί πολύ συχνά ένα παιχνίδι αμοιβαίου αποκλεισμού. Εκείνος που δεν αγαπάει τον εαυτό του θα θέσει υπό αμφισβήτηση την αγάπη του άλλου: «Πώς μπορεί να αγαπάει κάποιον τόσο άχρηστο όσο εγώ; Είναι ακόμα πιο άχρηστος απ΄ όσο φανταζόμουν». Όλα αυτά συμβαίνουν σε ασυνείδητο επίπεδο, που όμως καταπιέζει τις προσωπικές μας σχέσεις.

 

jan4.jpg

 

Αυτή η έλλειψη αγάπης για τον εαυτό μας μπορεί επίσης να έχει μια μορφή αφοσίωσης, που εκδηλώνεται με μια ανάγκη να αγαπήσουμε «πάση θυσία». Αλλά αυτό το δώρο αγάπης δεν είναι παρά η μάσκα μιας τεράστιας ανάγκης να αγαπηθούμε, η οποία δε θα ικανοποιηθεί ποτέ. Μια ασθενής μου μου εκμυστηρεύτηκε ότι τα αδιάκοπα «σ’ αγαπώ» του συζύγου της την έκαναν να αισθάνεται άβολα, γιατί τα αισθανόταν σαν μια απειλητική απαίτηση, μια εστιασμένη βία, η οποία βρισκόταν σε αντίστιξη με ό,τι καλό και καθησυχαστικό μπορούσε να υπάρχει στη σχέση τους. Όταν τον χώρισε, έχασε σε δύο μήνες τα 20 κιλά που είχε ασυνείδητα συσσωρεύσει, προκειμένου να προστατευτεί απέναντι σε αυτά τα τρομοκρατικά «σ’ αγαπώ».

Και τι γίνεται με τη σεξουαλικότητα;

Psychologies : Τι αντίκτυπο μπορεί να έχει στη σεξουαλική μας ζωή αυτή η έλλειψη αγάπης για τον εαυτό μας;

 

jan5.jpg

 

J. S. : Η σεξουαλική ζωή είναι η συνάντηση όλων των τρόπων ανθρώπινης επικοινωνίας: των αισθημάτων, των συναισθημάτων, των επιθυμιών, του ασυνειδήτου και των αισθήσεων. Στη σεξουαλική συνεύρεση, η έλλειψη αγάπης για τον εαυτό μας θα οδηγήσει σε σχέσεις που εμπεριέχουν απαίτηση, βία, που μπορεί να φτάσει ακόμα και στη διαστροφή σαδιστικού τύπου. Αυτός που δεν τα πάει καλά με τον εαυτό του μπορεί να ανέχεται τα πάντα από τον άλλο και να αισθάνεται απλά σαν αντικείμενο επιθυμίας, και, παράλληλα, να μεταχειρίζεται τον άλλο σαν αντικείμενο της δικής του απόλαυσης. Σκέφτομαι ξανά εκείνη τη γυναίκα που, όπως η ίδια μου έλεγε, «επαναστάτησ[ε] μετά από 15 χρόνια κοινής ζωής». Αισθανόταν ότι όταν έκαναν έρωτα, ο σύντροφός της δεν το απολάμβανε ούτε και αφηνόταν, αλλά είχε μια τάση να επιβεβαιώνει κάθε φορά ότι εκείνη του ανήκε, ότι το σώμα της ήταν ιδιοκτησία του. Πολύ συχνά η έλλειψη αγάπης για τον εαυτό μας θα προσανατολίσει τη σεξουαλική μας ζωή σε πρακτικές κτητικότητας, κατανάλωσης, σφετερισμού, και αλλοτρίωσης του άλλου.

Η αγάπη του άλλου

jan6.jpg

«Αγαπάω τον εαυτό μου σημαίνει: ξέρω να φροντίζω τον άλλο…»

 

Psychologies : Η αγάπη του άλλου μπορεί να αναπληρώσει την έλλειψη αγάπης για τον εαυτό μας;

J. S. : Αυτή είναι, νομίζω, μια από τις πιο παράλογες επιθυμίες. Είναι απλά μια ουτοπία. Η αγάπη του άλλου μπορεί να δίνει την εντύπωση ότι αναπληρώνει αυτό το κενό μέσα μας -το ότι δηλ. δεν ξέρουμε να αγαπάμε τον εαυτό μας-, καλύπτοντας το άγχος με ένα πολύ αμφίβολο πέπλο τρυφερότητας και ασφάλειας, αλλά πρόκειται για μια ψευδαίσθηση τόσο επικίνδυνη όσο και μάταιη. Όταν δεν αγαπάμε τον εαυτό μας, βρισκόμαστε σε κατάσταση αναμονής μιας άνευ όρων αγάπης, και αυτού του είδους το αίτημα μας κάνει αναπόφευκτα να θέτουμε αδιάκοπα σε δοκιμασία την αγάπη του άλλου. Αναγκάζουμε έτσι τον εαυτό μας να ζει μόνιμα με τον φόβο και την αβεβαιότητα για το αν μας αγαπάνε πραγματικά. Ένας άνδρας μου έλεγε ότι η σύντροφός του κακομεταχειριζόταν την αγάπη που της έδειχνε, φτάνοντας τη σχέση στα άκρα και θέτοντάς τη σε κίνδυνο. Θέτοντας σε δοκιμασία τα συναισθήματα του συντρόφου της, αυτή η νεαρή γυναίκα τού έθετε εμμέσως το εξής ερώτημα: «Θα συνεχίσεις να με αγαπάς ακόμα κι αν γίνω κακιά μαζί σου, ακόμα κι αν σε απατήσω, ακόμα κι αν δε θα μπορείς να μου έχεις εμπιστοσύνη;»
Η αγάπη που δεν εντάσσεται σε μια ποιοτική σχέση δε είναι ούτε δυναμωτική ούτε δομική. Θα σας δώσω ένα συγκεκριμένο παράδειγμα. Υπήρξα αναμφισβήτητα ένα παιδί περιβεβλημένο με αγάπη. Η μητέρα με πρόσεχε σαν τα μάτια της. Παρ’ όλα αυτά, η σχέση που είχε μαζί μου και που βασιζόταν σε προσταγές, απαξιώσεις, εκβιασμούς ή απειλές, δε μου επέτρεψε να αναπτύξω εμπιστοσύνη, καλή προαίρεση και αγάπη απέναντι στον εαυτό μου. Έτσι, παρά την αγάπη της μητέρας μου, δε με αγαπούσα. Σε ηλικία 9 ετών, αρρώστησα. Χρειάστηκε να φύγω από το σπίτι και να μπω σε σανατόριο για 4 χρόνια. Εκεί συνάντησα μία νοσοκόμα που με έκανε να νιώσω, για πρώτη φορά στη ζωή μου, ότι είχα αξία, έτσι όπως ήμουν, ότι ήμουν αξιόλογος, και άρα αξιαγάπητος.
Άλλο παράδειγμα: στο πλαίσιο μια ψυχοθεραπείας, δεν είναι η αγάπη του ψυχοθεραπευτή -ακόμα και αν καθένας από τους ασθενείς πιστεύει ότι ο θεραπευτής του τον αγαπάει περισσότερο από τους υπόλοιπους- που θα αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε τον εαυτό μας, αλλά η ποιότητα της σχέσης που προτείνει, μιας σχέσης βασισμένης στην καλή προαίρεση και την προσεκτική ακρόαση. Γι’ αυτόν τον λόγο δε θα κουραστώ ποτέ να επαναλαμβάνω ότι το πιο ωραίο δώρο που μπορούμε να κάνουμε σε ένα παιδί, δεν είναι τόσο το να το αγαπάμε, όσο το να του μάθουμε να αγαπάει τον εαυτό του.

Ο άλλος, εγώ και η σχέση

jan7.jpg

 

Psychologies : Ποια είναι η ιδιαιτερότητα μιας σχέσης στην οποία οι δύο σύντροφοι έχουν αναπτύξει επαρκώς την αγάπη για τον εαυτό τους, ώστε να είναι ανοιχτοί σε μία ερωτική συνάντηση και, στη συνέχεια, σε μία σχέση;


J. S. : Η δυνατότητα να δημιουργήσουν μαζί μια ζωντανή και δημιουργική σχέση, η οποία να ανοίγει τις πόρτες σε όλα τα ενδεχόμενα της αγάπης. Σε μία σχέση […] θυμίζω ότι υπάρχουν πάντα τρεις: ο άλλος, εγώ και η μεταξύ μας σχέση. Σε μια δυσλειτουργική σχέση, τις περισσότερες φορές, θέλουμε να διαχειριζόμαστε το «κομμάτι της σχέσης» που αναλογεί στον άλλο, ή περιμένουμε επίσης ο άλλος να διαχειριστεί το δικό μας «κομμάτι σχέσης». Σε μία σχέση όπου υπάρχει σεβασμός στις δυνατότητες του άλλου, ο κάθε σύντροφος είναι υπεύθυνος για το δικό του «κομμάτι σχέσης», και μπορεί να προσδιοριστεί και να τοποθετηθεί χωρίς να χρειάζεται να προσδιορίσει και να αποξενώσει τον άλλο.

 

jan8.jpg


Αυτή η υπεύθυνη τοποθέτηση είναι το αντίδοτο στην εξάρτηση, στην απογοήτευση και στην καταστροφική σύγκρουση. Μας δίνει τη δυνατότητα πρόσβασης στη δημιουργικότητά μας, την ανεξαρτησία μας και την ελευθερία μας. Η αγάπη για τον εαυτό μας μας βοηθάει να πετύχουμε στη σχέση μας με τον άλλο ό,τι είναι δυνατό να επιτευχθεί. Και σε ό,τι αφορά εμάς τους ίδιους αλλά και σε ό,τι αφορά τον σύντροφό μας.

Πώς να συμφιλιωθούμε με τον εαυτό μας

Συχνά θεωρούμε ότι οι ανατολικές φιλοσοφίες περιφρονούν το «εγώ» και προσπαθούν να το ακυρώσουν, με σκοπό τη «βελτίωση». Κι όμως, ο βουδισμός κάνει λόγο για καλή προαίρεση […] ως μία σημαντική πρακτική.

Τι σημαίνει όμως «είμαι καλοπροαίρετος απέναντι στον εαυτό μου;» Η Αμερικανή μοναχή Pema Chödron απαντά: «Σημαίνει να αρχίσουμε να ενδιαφερόμαστε για εμάς τους ίδιους, να ερευνούμε και να είμαστε περίεργοι για τον ίδιο μας τον εαυτό». Για να πετύχουμε κάτι τέτοιο, το βασικό όχημα είναι ο διαλογισμός, αφού μας επιτρέπει να παρατηρούμε και στη συνέχεια να αποδεχόμαστε την παραμικρή σκέψη και το παραμικρό συναίσθημά μας.

Ο στόχος δεν είναι πια η ομφαλοσκόπηση, αλλά ένα άνοιγμα στη συμπόνια:
«Αν καταφέρετε να αποκτήσετε απέναντι στον εαυτό σας αυτού του είδους την εντιμότητα, την πραότητα και την καλοσύνη, και να παραμείνετε διαυγείς απέναντί του, αυτό το συναίσθημα καλής προαίρεσης μπορεί να επεκταθεί απρόσκοπτα και στους άλλους.»

 

jan9.jpg

 

Η συνέντευξη δόθηκε στις δημοσιογράφους
Flavia Accorsi και Danièle Luc
________________________________________________________________
Πηγή: www.psychologies.com
Μετάφραση – Επιμέλεια: Κυριακή Κάσση (Εκπαιδευτικός – Μεταφράστρια)

 

jan10.jpg


ΕΥΧΕΣ ΓΙΑ ΕΝΑ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟ ΚΑΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΟ 2017!!!
Χ Ρ Ο Ν Ι Α Π Ο Λ Λ Α!!!

 

 
«ΈναρξηΠροηγούμενο12345678910ΕπόμενοΤέλος»

Σελίδα 2 από 14

        

Online Επισκέπτες

Έχουμε 59 επισκέπτες συνδεδεμένους