Εσείς κάνατε LIKE στο Fan Page μας?

Πώς πρέπει να αντιμετωπίζει κάποιος την ανεργία όταν έχει οικογένεια Εκτύπωση E-mail
Τρίτη, 31 Οκτώβριος 2017 00:00

 

novv1.jpg

Πώς μπορεί να νιώθει κανείς καλός γονιός όταν είναι άνεργος; Το να χάνει κάποιος τη δουλειά του επιφέρει καίριο πλήγμα στην αυτοεκτίμηση του, αλλά αυτό δε σημαίνει πως δεν μπορεί να διαπαιδαγωγήσει τα παιδιά του και να τα βοηθήσει να δομήσουν την προσωπικότητά τους.

Μπορεί να είναι κανείς άνεργος και παρ’ όλα αυτά καλός γονιός;
Το ερώτημα μοιάζει παράλογο. Κι όμως, σήμερα, χιλιάδες άνδρες και γυναίκες αναρωτιούνται. Κάθε μέρα. Και στην πλειονότητά τους -ασυνείδητα τουλάχιστον- απαντούν αρνητικά. Όντως, η ανεργία, ιδιαίτερα όταν είναι μακροχρόνια, οδηγεί εκείνον ή εκείνη που την υφίσταται να θεωρεί ότι την αξίζει. Παράλληλα, όμως, μειώνει και την αυτοπεποίθηση που το άτομο θα μπορούσε να έχει για τις ικανότητές του ως γονέα.
Τι καταλογίζουν στον εαυτό τους όλοι αυτοί οι άνδρες και όλες αυτές οι γυναίκες που έχασαν τη δουλειά τους; Τα πάντα. Δηλ. οτιδήποτε μπορεί κανείς να προσάψει στον εαυτό του όταν νιώθει υποτιμημένος. Κατ’ αρχήν κατηγορούν τον εαυτό τους ότι είναι κακοί σύντροφοι, επειδή ο άλλος δεν μπορεί πια να βασίζεται στον μισθό τους, και κατά συνέπεια ούτε και στους ίδιους ως άτομα. Πρόκειται για μια εικασία που ανοίγει την πόρτα στην αμφιβολία: πώς μπορώ να είμαι σίγουρος ότι μετράω για τον άλλο, όταν ο άλλος δεν μπορεί να βασιστεί πάνω μου; Ομοίως, έχουν την αίσθηση ότι μόνο κακοί γονείς μπορούν να είναι. Τους κατατρέχει ο φόβος πως, έχοντας αποκλειστεί από τον εργασιακό τομέα, δε θα μπορούν να ανταποκριθούν σε οποιονδήποτε άλλο τομέα της ζωής τους: ούτε στις απαιτήσεις των παιδιών τους, τα οποία – όπως οι ίδιοι πιστεύουν – θα τους συγκρίνουν με τους γονείς των φίλων τους και θα τους κρίνουν σίγουρα κατώτερους, αλλά ούτε και στον παιδαγωγικό τους ρόλο. Δεν είναι καθόλου εύκολο να επιτρέπεις στον εαυτό σου να έχει την εξουσία, όταν, βασανισμένος από την ενοχή ότι δεν καταφέρνεις να βγεις από την ανεργία, φαντάζεσαι το παιδί σου να σου λέει με παρρησία: «Πώς μπορείς να απαιτείς το οτιδήποτε, όταν δεν είσαι ικανός να βρεις δουλειά;».

ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΗΣ ΑΠΑΞΙΩΣΗΣ

 nov2.jpg


Και έτσι, σιγά σιγά, με ύπουλο τρόπο, ένα συναίσθημα ντροπής εγκαθίσταται μέσα τους. Και αυτή η ντροπή διεισδύει στη σχέση που έχουν με τα παιδιά τους, μιας και, προβάλλοντάς τη σε εκείνα, τους την αποδίδουν και από εκείνη τη στιγμή και μετά είναι πεπεισμένοι ότι τη βλέπουν στα μάτια τους, ιδίως όταν πρέπει να τους αρνηθούν κάτι. Και αυτό συμβαίνει επειδή ο γονιός που, υπό φυσιολογικές συνθήκες, θα θεωρούσε θεμιτό το να πει «όχι», σε περίοδο ανεργίας αυτόματα θα σκεφτεί ότι το παιδί του θα νομίσει ότι ο λόγος που του αρνείται κάτι είναι μόνο οικονομικός: «Ο μπαμπάς μου δεν έχει την οικονομική δυνατότητα…» Δε θεωρεί, λοιπόν, ότι πληροί τον ρόλο του ως γονέα, αλλά ότι ο ίδιος είναι ένας γονιός αδύναμος και, κυρίως, άδικα απογοητευτικός. Να όμως που αυτό το συναίσθημα, την περίοδο που διανύουμε, τον κάνει ιδιαίτερα ευάλωτο. Για να γίνει αυτό περισσότερο κατανοητό, θα πρέπει να ανοίξουμε μία παρένθεση σχετικά με το τι εντύπωση έχουν οι γονείς σήμερα για το τι σημαίνει παιδική ηλικία και διαπαιδαγώγηση. Αντιμέτωποι με τον βίαιο χαρακτήρα μιας οικονομικής κρίσης, την οποία πιστεύουν ότι αργά ή γρήγορα δε θα μπορέσουν να την αποφύγουν, προσπαθούν απεγνωσμένα να φανταστούν μία περιοχή όπου η κρίση δε θα μπορούσε να πλησιάσει, έναν προστατευμένο θύλακο: την παιδική ηλικία των παιδιών τους.

Η ΕΞΙΔΑΝΙΚΕΥΜΕΝΗ ΠΑΙΔΙΚΗ ΗΛΙΚΙΑ

Λίγο λίγο, όπως άλλοι υψώνουν φράγματα κόντρα στη θάλασσα, εκείνοι υψώνουν φράγματα ανάμεσα στα παιδιά τους και τον κόσμο. Και φροντίζουν αυτά να είναι όσο γίνεται πιο ανθεκτικά. Ποια είναι αυτά τα όρια; «Μικρός είναι ακόμα, έχει καιρό…»· και αυτή η πολύ ακριβή μάρκα δημητριακών ή αυτό το παιχνίδι που ζητάει; «Σιγά το πράγμα! Θα του τα πάρουμε!» Η ιδέα και μόνο ότι το παιδί τους θα ένιωθε ότι στερείται κάτι που θέλει, θυμίζοντάς τους τις δικές τους ματαιώσεις –είτε επιβεβαιωμένες είτε όχι-, είναι κάτι δυσβάσταχτο για εκείνους. Και έτσι υποκύπτουν. Ερήμην όμηροι της αντίληψης περί εξιδανικευμένης παιδικής ηλικίας, η οποία μοιάζει με ένα βασίλειο, πρίγκιπας του οποίου είναι το παιδί, και οι γονείς του εκείνοι που προσπαθούν να του ικανοποιήσουν όλες του τις ανάγκες. Πρόκειται για μία απατηλή αντίληψη, για πολλούς λόγους. Πρώτα απ’ όλα επειδή, αν θεωρήσουμε ότι μια ευτυχισμένη παιδική ηλικία είναι αναμφίβολα για το ανθρώπινο ον ένα ανεκτίμητο εφόδιο, αυτή η ευτυχία δεν κατακτάται με απανωτά δώρα και κάθε είδους υλικά αγαθά. Ακριβώς το αντίθετο. Ένα παιδί που βλέπει να ικανοποιούνται όλες του οι επιθυμίες με το που τις εκφράζει, δεν είναι ποτέ ένα ευτυχισμένο παιδί. Όπως ακριβώς το μωρό που το μπουκώνουμε με τροφή δε γνωρίζει πια τι σημαίνει πείνα (την πείνα «του» και την ευχαρίστηση να την ικανοποιεί), έτσι και το παιδί του οποίου καλύπτουμε όλες τις ανάγκες καταλήγει να στερείται τον πλούτο που κρύβεται στην δυνατότητα να επιθυμεί και να ονειρεύεται αυτό που επιθυμεί. Η ταχυπαλμία που προκαλεί πάντα η ελπίδα, του είναι απαγορευμένη, αφού η επιθυμία προϋποθέτει την έλλειψη.


nov3.jpg


Αυτό το παιδί δεν είναι ευτυχισμένο επειδή, όσο παράδοξο κι αν ακούγεται, ζει, φορτωμένο με δώρα, μέσα στην απογοήτευση. «Αφού μου προσφέρουν τόσα, σκέφτεται, εφόσον οι γονείς μου (που ξέρουν τα πάντα) θεωρούν ότι όσα μου έχουν ήδη προσφέρει δεν είναι αρκετά, τότε αυτό σημαίνει ότι ακριβώς επειδή δεν αρκούν, δεν μπορώ να είμαι ευτυχισμένο μόνο με αυτά». Το παιδί, άρα, δε μαθαίνει να πιστεύει στον εαυτό του, ούτε σε όσα έχει, ούτε σε όσα είναι («έχω μόνο ένα κουτί Lego, αυτό είναι αλήθεια, αλλά τι μπορώ να επινοήσω και να δημιουργήσω με αυτό;»). Συνηθίζει σε μία ατέρμονη αναμονή: ενός αντικειμένου, χάρη στο οποίο θα μπορούσε επιτέλους να βρει χαρά, και αφού αυτή δεν έρχεται, περιμένει επ’ αόριστον να του τη φέρει το επόμενο αντικείμενο που θα του προσφέρουν. Όπως ακριβώς αργότερα στη ζωή του θα περιμένει ίσως τον επόμενο εραστή ή την επόμενη ερωμένη… Η ευτυχία θα μετατίθεται πάντα για αργότερα…
Ο δεύτερος λόγος για τον οποίο αυτή η αντίληψη περί παιδικής ηλικίας είναι λάθος, έγκειται στο ότι, αν [η παιδική ηλικία] πρέπει – ή μάλλον θα έπρεπε – πάντα να συνοδεύεται με την έννοια της χαράς της ζωής στο παρόν, πρέπει κυρίως να συνοδεύεται από αυτή στο μέλλον. Και αυτό γιατί [η παιδική ηλικία] αποτελεί για το παιδί μία περίοδο οικοδόμησης. Ο χρήσιμος για το παιδί του γονιός δεν είναι, λοιπόν, εκείνος που, προκειμένου να του φτιάξει μία ονειρεμένη παιδική ηλικία, μεταμορφώνεται κάθε πρωί σε Άη-Βασίλη. Είναι εκείνος που το βοηθάει να καλλιεργήσει, να αναπτύξει πρώτα μέσα του τις δεξιότητες που θα χρειαστεί για να βρει αργότερα τη θέση του στον κόσμο και να είναι ευτυχισμένος μέσα σε αυτόν.

ΤΟ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ ΚΑΙ ΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΤΟΥ

 nov4.jpg

Ο πραγματικός κόσμος, όμως, δεν είναι γεμάτος λούτρινα αρκουδάκια. Δεν επιβιώνει κανείς σε αυτόν με χάδια και δωράκια. Ο πραγματικός κόσμος έχει κανόνες που πρέπει να μάθουμε να σεβόμαστε. Αυτό ισχύει για όλους και είναι κάτι δύσκολο σε μόνιμη βάση. Δεν παίρνουμε πάντα αυτό που επιθυμούμε με τη μαγική παρέμβαση μιας μαμάς-νεράιδας ή ενός μπαμπά-ξωτικού. Αυτό που θέλουμε να αποκτήσουμε πρέπει να το κερδίσουμε. Κάτι τέτοιο απαιτεί πάντα δουλειά και προσπάθεια, και ό,τι κι αν κάνουμε, δε θα μπορέσουμε ποτέ να έχουμε όλα όσα επιθυμούμε. Όπως επίσης, ποτέ δε θα μπορέσουμε, όποιοι κι αν είμαστε, να κάνουμε ό,τι θέλουμε, αφού υπάρχουν νόμοι που απαγορεύουν πολλές πράξεις που θα μας προκαλούσαν ευχαρίστηση.
Ο πραγματικός κόσμος δεν είναι εκείνος της ονειροφαντασίας. Το παιδί πρέπει να το μάθει αυτό, προκειμένου να μη γίνει δυστυχισμένο μεγαλώνοντας, και κάτι τέτοιο δεν μπορεί να το μάθει μόνο του. Άρα, πλούσιοι ή μη, άνεργοι ή μη, όλοι οι γονείς έχουν την ίδια υποχρέωση: να μάθουν στο παιδί τους – με τα λόγια, αλλά κυρίως με τις πράξεις – να αντιμετωπίζουν την πραγματικότητα. Πράγμα το οποίο προϋποθέτει να του επιβάλλουν κάποια πράγματα και να του απαγορεύουν κάποια άλλα. Και μάλιστα να του αρνούνται, ακόμα κι αν έχουν τα μέσα να του το παρέχουν – κυρίως τότε – το «επιπλέον» υλικό αγαθό: αυτό δηλ. που, σαν πραγματικά δηλητηριασμένο δώρο, θα υπήρχε ο κίνδυνος να το κρατήσει καθηλωμένο μέσα στην ψευδαίσθηση ότι μπορεί να έχει ό,τι επιθυμεί.

ΤΑ ΑΠΟΔΕΚΤΑ ΟΡΙΑ

Συνεπώς, σε ό,τι αφορά τη διαπαιδαγώγηση των παιδιών τους και την εξοικείωσή τους με την πραγματικότητα, οι άνεργοι γονείς –αντίθετα με ό,τι πιστεύουν πολύ συχνά – είναι ισότιμοι με τους γονείς που έχουν την τύχη να δουλεύουν. Έχουν όμως να αντιμετωπίσουν συγκεκριμένες δυσκολίες: η πραγματικότητα την οποία πρέπει να βοηθήσουν τα παιδιά τους να αντιμετωπίσουν είναι δύσκολη και περικλείει κινδύνους για την ανάπτυξη τους ως άτομα, τους οποίους θα πρέπει να γνωρίζουν για να τους αποφεύγουν. Η ανεργία και η έλλειψη χρημάτων που αυτή επιφέρει μπορούν πρώτα απ’ όλα να αλλοιώσουν τη σχέση που έχουν τα παιδιά τους με την έννοια «όρια».

 

nov5.jpg

Όταν οι γονείς δίνουν στο παιδί τους να καταλάβει ότι αφού πήρε ήδη ένα πακέτο καραμέλες δε θα πάρει και δεύτερο, του μαθαίνουν να αποδέχεται το γεγονός ότι δεν μπορεί να ικανοποιούνται όλες του οι επιθυμίες: μπορεί να πάρει ένα μέρος αλλά όχι το σύνολο. Επίπονο αλλά σωτήριο μάθημα. Αντίθετα, όταν, λόγω ανέχειας – μέσα στην οποία ζουν π.χ. χιλιάδες μονογονεϊκές οικογένειες –, υπάρχει δυνατότητα μόνο για τα απολύτως απαραίτητα (και αυτό όχι πάντα…), όταν κάθε μικρή απόλαυση είναι απαγορευτική, όταν ένα γιαούρτι με γεύση φράουλα ή ένα κομμάτι σοκολάτα αποτελούν απρόσιτες πολυτέλειες, το παιδί δε μαθαίνει να αποδέχεται τα όρια. Αυτό που μαθαίνει, αναγκαστικά και βεβιασμένα, είναι να υποτάσσεται σε μία μόνιμη στέρηση. Στέρηση η οποία, για το ίδιο, αποτελεί μια μορφή βίας. Αυτή η βία παραποιεί την κατανόησή του σχετικά με την ίδια την έννοια του ορίου, μιας και καταδικασμένο στο «τίποτα», τι μπορεί να ονειρεύεται; Τι άλλο από «όλα» (χωρίς όρια, όπως ακριβώς και η στέρηση που βιώνει), που είναι το επακόλουθο του «τίποτα». «Όλα» που, ανάμεσα σε άλλες συνέπειες, μπορεί να το οδηγήσει να θεωρήσει αργότερα στη ζωή του (όπως, παραδόξως, συμβαίνει και με το υπερικανοποιημένο παιδί) ότι, ό,τι και να του προσφέρει η ζωή, ποτέ δε θα είναι αρκετό. Αλλά αυτή η βία μπορεί να διαστρεβλώσει και την αντίληψη που θα έχει για τον τρόπο που λειτουργεί η κοινωνία. Πράγματι, κάποιοι άλλοι έχουν περισσότερα από εκείνο. Αυτό το ξέρει καλά. Έτσι, ελλείψει εξηγήσεων, μπορεί να φανταστεί την κοινωνία, το κράτος με τη μορφή ενός άδικου τυράννου που, όπως τον ευχαριστεί, δίνει στους μεν και στερεί από τους δε.

ΜΙΑ ΜΑΧΗ ΠΟΥ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΚΕΡΔΗΘΕΙ

Αντιμέτωπο με την ανεργία των γονιών του, το παιδί κινδυνεύει επίσης να μπει […] σε μία θέση που δεν είναι η δική του. Νιώθοντας την αγωνία τους, μπορεί να καταλήξει, προκειμένου να τους βοηθήσει, να τους πάρει υπό την προστασία του… Πράγμα απατηλό – κάτι όμως που το ίδιο αγνοεί –, το οποίο κινητοποιεί μια ενέργεια που χρειάζεται για τον εαυτό του. Και αυτή η κατάσταση το κάνει να παραμένει σε μια θέση παντοδυναμίας, που το εμποδίζει όμως να αναπτύξει τις πραγματικές του ικανότητες. Μπορεί, βεβαίως, και να χρησιμοποιήσει την απόγνωσή τους, προκειμένου να ασκήσει επιρροή πάνω τους. «Ποτέ δεν αγοράζεις ό,τι χρειάζεται!», ‘πέταξε’ έτσι ένα πρωί στον άνεργο πατέρα του ένα κοριτσάκι 4 χρόνων, έξαλλο που δεν θα έτρωγε την αγαπημένη του μάρκα δημητριακών. Μαχαιριά στην καρδιά γι’ αυτόν τον άνδρα, αλλά «παρεκτροπή» για το παιδί που ο πατέρας του έπρεπε να το επαναφέρει στη θέση του και σε επαφή με την πραγματικότητα.

nov6.jpg

Τίποτα… Ακόμα τίποτα…

Αν όμως εντοπιστούν αυτοί οι κίνδυνοι, οι γονείς μπορούν να τους αντιμετωπίσουν κατανοώντας ότι, εκτός από την οικονομική κρίση, έχουν δύο μείζονες εχθρούς. Ο πρώτος είναι η ενοχή, εξαιτίας της οποίας αποκτούν μία κακή αυτοεικόνα που τους στερεί το αίσθημα της εξουσίας τους ως γονέων, το οποίο έχουν ανάγκη για να διαπαιδαγωγήσουν τα παιδιά τους. Να σημειώσουμε, δε, σε αυτό το σημείο ότι αυτό το αίσθημα ενοχής οδηγεί τους γονείς, σε γενικές γραμμές, να θεωρούν τα παιδιά πολύ πιο δυστυχισμένα απ’ ό,τι πραγματικά είναι. Ο δεύτερος εχθρός τους είναι η σιωπή, επειδή αναγκάζει το παιδί να επινοήσει τις απαντήσεις στα ερωτήματα που το ίδιο δεν τολμά να θέσει – απαντήσεις που, όπως όλοι γνωρίζουμε, είναι ασύγκριτα χειρότερες απ’ ό,τι θα ήταν στην πραγματικότητα…
Δύσκολο να αντιδράσει ένας αγχωμένος και κακόκεφος γονέας απέναντι σε όλα αυτά; Αλήθεια είναι. Δεν είναι εύκολο αλλά ούτε και ακατόρθωτο. Και πάνω απ’ όλα είναι ωφέλιμο – και για τον ίδιο. Κι αυτό γιατί, σε περίοδο ανεργίας, όπως και σε περίοδο πολέμου, το να αντιστέκεσαι σου δίνει τη δυνατότητα, όχι μόνο να μην υφίστασαι παθητικά ό,τι συμβαίνει, αλλά και να διατηρείς μια αυτοεικόνα που σε βοηθάει να μην καταρρεύσεις. Το να βιώνεις την ανεργία είναι μία μάχη. Μία μάχη που πρέπει να κερδηθεί στην πραγματική ζωή, αλλά και μέσα στο κεφάλι μας. Και αυτό δεν το λέμε όσο συχνά θα έπρεπε.

 nov7.jpg

 

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΓΙΑ ΝΑ ΤΟ ΕΚΦΡΑΣΟΥΜΕ

Όταν κάποιος χάνει τη δουλειά του, δε σημαίνει ότι δεν έκανε καλή δουλειά ή ότι έκανε ανοησίες. Δεν απολύεται κάποιος, σαν να παίρνει αποβολή από το σχολείο. Πρέπει να εξηγήσουμε με απλά λόγια τι σημαίνει «οικονομία», «αγορά εργασίας» και το ότι, σε κάποιες περιόδους, δεν υπάρχουν αρκετοί πόροι για όλους. Πρόκειται για πληροφορίες που τα παιδιά θα έπρεπε πάντα να παίρνουν από το σχολείο και οι οποίες θα τα γλύτωναν σε μεγάλο βαθμό από την ντροπή και τον πόνο.
Δε θα πρέπει να κρύβουμε τις ανησυχίες μας από το παιδί. Το παιδί τις διαισθάνεται και ανησυχεί και εκείνο. Είναι πραγματική αυτή η ανησυχία, αφού το να χάνεις τη δουλειά σου αποτελεί σοβαρό πρόβλημα. Αλλά οι ενήλικες ξέρουν πώς να το αντιμετωπίσουν. Επιπλέον, υπάρχουν επιδόματα, τα οποία – πρέπει να το διευκρινίσουμε αυτό – δεν προέρχονται από τη φιλανθρωπία του κόσμου, αλλά από τις εισφορές που οι ίδιοι έχουν καταβάλει. Άρα η κατάσταση μπορεί να είναι σοβαρή, αλλά δεν είναι απελπιστική, και κυρίως είναι προσωρινή.

Επινοήστε εκ νέου την καθημερινότητα. Είναι σημαντικό για το παιδί να αισθάνεται ότι, ακόμα κι αν η ανεργία είναι ένα μείζον θέμα που προκαλεί ανησυχία, δεν οδηγεί στην απονέκρωση της χαράς της ζωής. Γιορτάζει η γιαγιάκα και δεν μπορούμε να της ετοιμάσουμε το γεύμα που επιθυμούμε; Αυτό δε μας εμποδίζει να στρώσουμε το ροζ υφασμάτινο τραπεζομάντηλο -που είναι πολύ πιο όμορφο από το μουσαμαδένιο-, να της φτιάξουμε όμορφες ζωγραφιές, και πάνω απ’ όλα να συζητήσουμε, να γελάσουμε, να δείξουμε ο ένας στον άλλο αγάπη…

 nov8.jpg

Claude Halmos
Ψυχαναλύτρια

________________________________________________________________

Πηγή: www.psychologies.com
Μετάφραση – Επεμέλεια: Κυριακή Κάσση (Εκπαιδευτικός – Μεταφράστρια)

 

Προηγούμενα Άρθρα


        

Online Επισκέπτες

Έχουμε 4 επισκέπτες συνδεδεμένους