Εσείς κάνατε LIKE στο Fan Page μας?

Πώς να βοηθήσετε το παιδί σας να αντιμετωπίσει τον χωρισμό Εκτύπωση E-mail
Σάββατο, 01 Μάρτιος 2014 00:00

Το διαζύγιο ή ο χωρισμός των γονιών βιώνεται από το παιδί σαν  πραγματικός σεισμός. Παρ’ όλα αυτά, τα περισσότερα παιδιά διαθέτουν τα απαραίτητα μέσα για να αντιμετωπίσουν αυτή τη δοκιμασία και να την ξεπεράσουν.

Το να αναγνωρίσετε τον ψυχικό πόνο του παιδιού είναι ένα μέσο για να το βοηθήσετε να τον ξεπεράσει…

Μερικές φορές οι γονείς αισθάνονται τόσο ένοχοι ή νιώθουν να τους κατακλύζει ο δικός τους πόνος σε τέτοιο βαθμό, που φτάνουν στο σημείο  να αρνούνται τον πόνο της κόρης ή του γιου τους. Το να συνειδητοποιούν  την απόγνωση του παιδιού τους τους είναι ανυπόφορο, μιας και αυτό αποτελεί πλήγμα για τη γονεϊκή τους ταυτότητα. Κι όμως, με το να αναλάβουν πλήρως τις συνέπειες των πράξεών τους, οι γονείς επιτρέπουν στα παιδιά να επιστρατεύσουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τα μέσα που διαθέτουν, ώστε να ξεπεράσουν την κατάσταση. Πράγματι, αυτή η ανάληψη ευθύνης αποτελεί μια στέρεη βάση για την ανασυγκρότηση των σημείων αναφοράς του παιδιού. Έτσι, ένας χωρισμός μπορεί ακόμα και να φέρει την ισορροπία στις σχέσεις γονέων-παιδιού και να ρυθμίσει τη σωστή απόσταση που πρέπει να έχει το παιδί με καθέναν από τους γονείς του. Μπορεί κάποιες φορές να δώσει και την ευκαιρία στο παιδί να πλησιάσει έναν πατέρα που παλιότερα δυσκολευόταν να βρει τη θέση του στο πλαίσιο του συζυγικού του ρόλου. 
Αυτός ο ψυχικός πόνος μπορεί να εκδηλωθεί με ποικίλους τρόπους: άγχος, θλίψη, κατάθλιψη, προβλήματα στη φοίτησή του στο σχολείο, δυσκολίες στη συγκέντρωση, ψυχοσωματικές παθήσεις, εσωστρέφεια, επιθετικότητα – κυρίως κατά την εφηβεία…
Κατ’ ουσίαν, [ο ψυχικός αυτός πόνος] είναι η αντανάκλαση της διαδικασίας πένθους που βιώνει το παιδί. Η ρήξη στις σχέσεις των γονιών αποτελεί για κείνο μια δοκιμασία απωλειών σε πολλά επίπεδα. Σε συναισθηματικό επίπεδο, στο εξής δε θα το μεγαλώνουν μαζί οι δυο γονείς του, οπότε μένει ένα κενό προς αναπλήρωση. Σε υπαρξιακό επίπεδο, το μέλλον γίνεται αβέβαιο, με πολλές επικείμενες αλλαγές: κατοικίας, σχολείου, συνηθειών, ρυθμού ζωής… Τίποτα δε θα είναι πια ακριβώς όπως πριν. Αλλά και σε επίπεδο ταυτότητας, ένα αίσθημα ενοχής αναφύεται: «Πού έφταιξα, για να καταλήξουν εδώ;», καθώς και ένα αίσθημα αδυναμίας: «Τι δεν έκανα σωστά και δεν μπορούν να μείνουν μαζί;». Υπάρχει διάλυση της εσωτερικής ασφάλειας και της ναρκισσιστικής της βάσης. Έτσι λοιπόν, μια ανασυγκρότηση κρίνεται απαραίτητη. 

Παράγοντες ψυχολογικής αποδυνάμωσης του παιδιού

-Το να το εμπλέκετε στη μεταξύ σας διένεξη  
Το να μην προστατεύετε το παιδί από τις μεταξύ σας αντιπαραθέσεις μπορεί να αποβεί πολύ επιβαρυντικό για κείνο. Το να το κρατάτε ενήμερο για τις λεπτομέρειες της διαδικασίας του διαζυγίου και των οικονομικών θεμάτων, είναι σαν να του δίνετε το δικαίωμα επίβλεψης και ελέγχου των ενεργειών σας. Αυτό μπορεί να αποτελέσει την αφορμή διολισθήσεων που μπορεί να το ωθήσουν να «κάνει συμμαχία» με τον έναν γονιό έναντι του άλλου, μπαίνοντας στον πειρασμό, για παράδειγμα,  να αναλάβει τον ρόλο του «προστάτη των αδικημένων». Επειδή φοβάται μη χάσει την αγάπη του γονιού με τον οποίο θα ζει στο εξής, θα εμπλακεί στις επιθυμίες του [γονιού] -και μάλιστα θα μαντεύει τα μη εκπεφρασμένα αιτήματά του- και θα εγκαταλείψει τη θέση ουδετερότητας που είχε μέχρι τότε και η οποία, εντούτοις, αποτελούσε εγγύηση για την ισορροπία του. Μπορεί να φτάσει ακόμα και μέχρι το σημείο να δηλώσει ότι δε θέλει πια να επισκέπτεται τον πατέρα του, αν προαισθανθεί ότι αυτό είναι που επιθυμεί ασυνείδητα η μητέρα του. Παράλληλα, παρατηρείται ότι οι γονείς ρυθμίζουν μέσω εκείνου μη διευθετημένα ζητήματα που γίνονται συχνά αντικείμενο αντιδικίας μεταξύ τους (δικαιώματα επισκέψεων, κατοικίας, εξόδων στέγασης και σίτισης…) και τα οποία εξακολουθούν να τους είναι δυσβάσταχτα και επίπονα. Το παιδί γίνεται το διακύβευμα διακανονισμών που κατ’ ουσίαν το ξεπερνούν και δεν το αφορούν πραγματικά. Μέσω εκείνου, ο πατέρας ή η μητέρα επιζητεί πάνω απ’ όλα να προσεγγίσει τον άλλο γονιό. Έτσι, το παιδί νιώθει να ακυρώνεται ως άτομο και μπορεί να αναπτύξει ένα συναίσθημα ασημαντότητας, μη-ύπαρξης. Η απελπισία του μπορεί μάλιστα να λειτουργήσει ως «άλλοθι» για να μειώσει το κύρος του άλλου γονέα, πράγμα που δεν το βοηθάει να απεμπλακεί από αυτή την κατάσταση. Το παιδί χρησιμοποιείται ως όργανο και δεν ξέρει πια ποιον να εμπιστευτεί.       

-Το να συντηρείτε τη σύγχυση των γενεών
Όταν το παιδί παίρνει μια θέση που δεν του αναλογεί, τότε οι διαχωριστικές γραμμές και τα όρια ανάμεσα στις γενιές γίνονται πολύ  συγκεχυμένα. Το να δίνουμε  στο παιδί την εντύπωση ότι θα αναπληρώσει το κενό της μοναξιάς του ενός εκ των δύο γονέων -και μάλιστα ότι θα «αντικαταστήσει» τον απόντα-, το να το βάζουμε στη θέση του γονέα που λείπει, έχει ως αποτέλεσμα να εγκλωβίζεται [το παιδί] μέσα σε πλασματικές καταστάσεις και να «χτίζει» μια ψεύτικη ταυτότητα.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, το παιδί γίνεται κυριολεκτικά ο γονιός των γονιών του: αναγκάζεται να αναλάβει την προστασία του πατέρα ή της μητέρας του, να «επωμιστεί» την ευαλωτότητα του ενός ή του άλλου. Πρόκειται για «επικίνδυνη αποστολή» που το μόνο που μπορεί να πετύχει είναι να το αποδυναμώσει και να μπλοκάρει τη διαδικασία αυτονόμησης και ατομικής διαφοροποίησης.

-Οι συγκρούσεις που έχουν ως αντικείμενο την αφοσίωση του παιδιού
Και ενώ στο εξής το παιδί μεγαλώνουν χωρισμένοι γονείς, εκείνο  παραμένει  ο γιος ή η κόρη της μητέρας του/της ΚΑΙ του πατέρα του/της. Όταν αισθάνεται ότι πρέπει να
«διαλέξει» έναν από τους δύο γονείς, όταν αισθάνεται ότι το να αγαπάει τον έναν είναι σαν να προδίδει τον άλλο, νιώθει κυριολεκτικά να παραπαίει, να διχάζεται, μην ξέροντας πια σε ποιον να βασιστεί. Μερικοί γονείς φτάνουν στο σημείο να απαιτούν την αποκοπή του παιδιού τους από τον άλλο γονιό. Αυτό το αίτημα θέτει το παιδί στο επίκεντρο μιας  διαμάχης που έχει ως αντικείμενο την αφοσίωσή του σε καθέναν από τους γονείς του, [διαμάχη] η οποία μπορεί να το οδηγήσει στην πλήρη απομάκρυνση από τον ένα γονιό, και να τη βιώσει σαν έναν πραγματικό  ακρωτηριασμό. Του ζητάνε να είναι το παιδί ή της μητέρας του ή του πατέρα του. Ο διαχωρισμός αυτός είναι εσωτερική διεργασία. Η διαδικασία αποκλεισμού διχάζει το άτομο. 

-Η αμοιβαία απόπειρα «απομυθοποίησης» του άλλου
Το να ακούει τους γονείς του να ανταλλάσσουν ύβρεις, να εκφράζονται με άσχημο τρόπο ο ένας για τον άλλο, είναι εξαιρετικά τραυματικό, καθώς το παιδί ταυτίζεται με τους γονείς του. Οι επικρίσεις που αρθρώνονται με αυτόν τον τρόπο -και επαναλαμβάνονται συχνά- αποτελούν πλήγμα για την ίδια του την ταυτότητα.

Παράγοντες  που ευνοούν την επιστράτευση των μέσων του

-Το να του δηλώσετε ότι η ρήξη είναι οριστική

Το παιδί παραμένει για πολύ καιρό σε μια απατηλή κατάσταση αναμονής μιας πιθανής επανασύνδεσης των γονιών του, ακόμα περισσότερο δε όταν διαισθάνεται ότι ο ένας από τους γονείς του ελπίζει ασυνείδητα στην επιστροφή του άλλου. Το να συνειδητοποιήσει και ο ίδιος ο γονιός αυτή την οδυνηρή πραγματικότητα, το να δηλώσει το οριστικό τέλος της σχέσης του με τον/τη σύζυγό του, το να την προσδιορίσει ως λήξασα, θα του επιτρέψει να μπει στην άκρως λυτρωτική διαδικασία πένθους. Παρ’ όλα αυτά, ας είμαστε καχύποπτοι με τις «παράπλευρες» μορφές που μπορεί να πάρει η σχέση! Κάποιες φορές το να συντηρούμε τη σύγκρουση μπορεί να είναι ένας τρόπος να μη διακόψουμε εντελώς τις σχέσεις με τον πρώην σύζυγο· και το παιδί είναι αρκετά έξυπνο για να το καταλάβει και να τροφοδοτεί τις ευκαιρίες για προστριβές.

-Το να επιτρέψετε στο παιδί να αυτοπροσδιοριστεί σε σχέση και με τους δυο γονείς του
Το να αναγνωρίζω τον εαυτό μου στις σχέσεις μου με τον πατέρα και τη μητέρα μου σημαίνει να εγγράφομαι μέσα σε μια διευρυμένη χρονικότητα. Δεν αρχίζουν όλα με εμάς, δεν τελειώνουν όλα με εμάς. Το υποκείμενο δεν είναι το κέντρο, δεν «αυτο-δομείται». Η γενεαλογική σχέση αφορά επίσης τον δεσμό με τη ευρύτερη οικογένεια, τους παππούδες, τους θείους, τα ξαδέλφια, τους προπαππούδες, τους προγόνους. Τοποθετεί το παιδί στη διασταύρωση απείρων «θραυσμάτων ζωής» που στοιχειοθετούν και εδραιώνουν την ταυτότητά του.      
Το να στερείς από ένα παιδί τη διπλή αυτή σχέση [και με τους δυο γονείς του], είναι σαν να του στερείς ένα κομμάτι του ίδιου του του εαυτού, είναι σαν να κόβεις και να αφαιρείς ένα κομμάτι της ιστορίας του και, σε τελική ανάλυση, είναι σαν να προσδίδεις κάποιες φορές μεγαλύτερη σημασία σε αυτό το κομμάτι που του λείπει και γι’ αυτό το βασανίζει  ακόμα περισσότερο. Ένας γονιός προδίδει το παιδί του όταν εμποδίζει τη σχέση του με τον άλλο γονέα. Έτσι, το να αφήνεις χώρο στον πατέρα, αλλά και στην οικογένειά του, αποτελεί βασικό συστατικό της ανάπτυξης του παιδιού.    


-Η αποδοχή της διαφορετικότητας των γονέων
Στο εξής, το παιδί που μεγαλώνει παράλληλα από τη μια με τη μητέρα του και από την άλλη με τον πατέρα του, ανήκει σε δύο σφαίρες που μερικές φορές νιώθει την ανάγκη να κρατήσει ερμητικά κλειστές τη μία σε σχέση με την άλλη. Ένα παιδί μπορεί κάλλιστα να βρει σημεία αναφοράς στους διαφορετικούς -ή ακόμα και αποκλίνοντες- κανόνες και αξίες, αν βέβαια δε γίνονται αντικείμενο μειωτικών σχολίων από τον άλλο γονέα. Υπάρχει επιπλέον το «πένθος για την αποτυχία μιας ενδεχόμενης  συμφωνίας ως προς τη διαπαιδαγώγηση του παιδιού», το οποίο πρέπει να βιώσει κανείς ως γονιός. Πολύ συχνά αυτή η συμφωνία δεν υπήρχε ούτε όσο το ζευγάρι ήταν μαζί, οπότε πώς θα μπορούσε ως εκ θαύματος να επιτευχθεί μετά; Οι ίδιες οι διαφορές εμπλουτίζουν τη συγκρότηση του παιδιού και σφυρηλατούν τη μοναδικότητά του, ενισχύοντάς του  παράλληλα το αίσθημα του ανήκειν. Οι δύο οικογένειες μέσα στις οποίες εξελίσσεται από δω και πέρα του προσφέρουν μια πλειάδα επιλογών, προοπτικών, προσώπων-προτύπων, μοντέλων ζωής. Οι αξίες της μιας μετριάζουν την επιτακτικότητα των αξιών της άλλης.  
Το παιδί θα είναι σε θέση να συνθέσει με πολύ προσωπικό τρόπο όλα τα δεδομένα του. Αυτή η διαδικασία αφομοίωσης θα το βοηθήσει να δομήσει την υποκειμενικότητά του. Και αυτό που κυρίως θα βοηθήσει το παιδί είναι ο τρόπος με τον οποίο θα έχει μάθει να δέχεται τον πατέρα και τη μητέρα του όπως είναι, χωρίς να τους δαιμονοποιεί,  ούτε να τους εξιδανικεύει. Η κοινή επιμέλεια είναι μια ενδιαφέρουσα προοπτική, εγγυάται μια δικαιοσύνη· αλλά θα είναι πραγματικά εποικοδομητική μόνο αν ο πατέρας και η μητέρα είναι ικανοί να μη μετατρέπουν τη σχέση τους σε μια συνεχή διαμάχη.

-Ο αλληλοσεβασμός
 «Ο σεβασμός αποστρέφεται την εγγύτητα», έλεγε ο φιλόσοφος Γιανκελεβίτς1. Σεβασμός σημαίνει να διαφυλάσσεται ο ζωτικός χώρος του καθενός. Έτσι λοιπόν, μέσα σε αυτή τη «χρυσή απόσταση2» που πρέπει να τηρείται, μέσα σε αυτή τη μη-σύγχυση ταυτοτήτων και γενεών, μπορούμε να δώσουμε στο παιδί τη θέση που του αρμόζει, να ακούσουμε τι έχει να μας πει: όλα όσα αφορούν τα συναισθήματα αγάπης αλλά και θυμού που το διακατέχουν, χωρίς να χαθούμε μέσα σε αυτά. Αλλά ο σεβασμός στον άλλο, στο παιδί μας, είναι κάτι που ξεκινάει από τον σεβασμό στον εαυτό μας. Το να υπερβούμε τον εαυτό μας, το να βγούμε από τη θέση του θύματος, το να ανακτήσουμε την αξιοπρέπειά μας ως ενηλίκων, είναι το καλύτερο δώρο που μπορούμε να κάνουμε σε ένα πληγωμένο παιδί. «Βίαιη είναι κάθε πράξη που υφιστάμεθα», μας λέει ο Ε. Λεβινάς3.  Το να υποτασσόμαστε, να εγκλωβιζόμαστε στον ρόλο του θύματος, χωρίς να εξετάζουμε το μερίδιο ευθύνης που έχουμε στο πλαίσιο κάθε σχέσης, σημαίνει ότι αφαιρούμε από τον εαυτό μας τη δυνατότητα να δράσει, σημαίνει ότι εγκλωβιζόμαστε κατά κάποιον τρόπο σε μια σχετική αναξιοπρέπεια. 

-Το να διευρύνετε τη σχέση σας με το παιδί
Το παιδί εκ φύσεως βρίσκει -ανεξαρτήτως της ηλικίας του- ένα γερό στήριγμα στους φίλους του, πράγμα το οποίο, εκτός των άλλων, του δίνει τη δυνατότητα να παραμείνει παιδί ή έφηβος. Το να ενθαρρύνετε τις σχέσεις του με τους φίλους του μπορεί να αποδειχθεί πολύ χρήσιμο.  
Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι σε ορισμένες περιπτώσεις μπορούμε να έχουμε ένα «επιτυχημένο» διαζύγιο, παρά το ότι το ζευγάρι απέτυχε στην κοινή του πορεία. Ο χωρισμός των γονιών καταλήγει να είναι  καταστροφικός όταν, παρά το ότι το ζευγάρι δε συμβιώνει πια, η αλληλεπίδραση πατέρα-μητέρας-παιδιού εξακολουθεί να είναι ακριβώς ίδια με πριν. Αλλά μπορεί επίσης κάλλιστα να είναι εποικοδομητικός, όταν επιφέρει μια απτή αλλαγή στις οικογενειακές σχέσεις και επιτρέπει στο παιδί να βρει τη θέση του μέσα στη σχέση με καθέναν από τους δύο γονείς του. 

 

 

1Vladimir Jankélévitch (1903-1985): Γάλλος φιλόσοφος και μουσικολόγος (Σ.τ.Μ.)

2στα γαλλικά: juste distance, κατά το juste milieu= «χρυσή τομή» (Σ.τ.Μ.)

3Emmanuel Levinas (1906-1995):  Γάλλος φιλόσοφος (Σ.τ.Μ.)

Πηγή: Απόσπασμα από την Encyclopédie de la vie de famille (Εγκυκλοπαίδεια της οικογενειακής ζωής) – M. Vaillant, A. Morris (Εκδόσεις La Martinière, 2004), σελ. 333
Επιμέλεια – Μετάφραση: Κυριακή Κάσση (Εκπαιδευτικός – Μεταφράστρια)

 

Προηγούμενα Άρθρα


        

Online Επισκέπτες

Έχουμε 41 επισκέπτες συνδεδεμένους